Πολιτική

Άρθρο-παρέμβαση του «Π»: Εθνική υπόθεση η ψήφος των Ελλήνων όπου γης!

Στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές, οι εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους ανέρχονταν σε 9.962.261. Όσοι ζουν και εργάζονται εντός Ελλάδος. Ωστόσο, όπως είναι γνωστό, ο Ελληνισμός στα πέρατα της γης αριθμεί σχεδόν διπλάσιους συνέλληνες.

Από την αρχή της Μεταπολίτευσης, η εκάστοτε κυβέρνηση έθετε ζήτημα παροχής ψήφου και στους ομογενείς. Κάθε φορά, όμως, το έπραττε επίπλαστα, μάλλον για να χαϊδεύει αυτιά, γι’ αυτό άλλωστε και ουδέποτε προέκυψε ένα σοβαρό, τεκμηριωμένο και συναινετικό νομοθέτημα που θα έδινε δικαίωμα ψήφου στους Έλληνες της διασποράς.

Σήμερα η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Δεν ομιλούμε μόνο για τους Έλληνες που ζουν «στα ξένα» εδώ και κάποιες δεκαετίες.

Σήμερα υπάρχουν και οι ξενιτεμένοι της κρίσης. Οι συμπατριώτες που έφυγαν την τελευταία 10ετία για μια καλύτερη οικονομική τύχη, που διατηρούν την ελληνική ιθαγένεια, είναι ήδη εγγεγραμμένοι στους εκλογικούς καταλόγους, αλλά δεν έχουν τη δυνατότητα να ψηφίσουν στον νέο τόπο της διαμονής τους.

Είναι, λοιπόν, σήμερα ευτύχημα το γεγονός ότι η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη δείχνει να προσεγγίζει με τα μέγιστη δυνατή σοβαρότητα το ζήτημα της ψήφου των ξενιτεμένων, εσχάτως, Ελλήνων και των ομογενών. Ποιος, άραγε, αμφισβητεί το δικαίωμα των όπου γης Ελλήνων να συμμετέχουν στα ελληνικά πολιτικά πράγματα;

Βέβαια, εν προκειμένω, τίθεται το ακανθώδες ερώτημα: Ποιοι θα είναι αυτοί σε 100-150 χώρες και με ποια κριτήρια θα γίνει η καταγραφή τους, ώστε να έχουν δικαίωμα ψήφου;

Εξαιτίας του ανωτέρω προβληματισμού, είναι προφανές ότι πρέπει να διαχωριστούν οι περιπτώσεις. Η πρώτη, των πρόσφατα ξενιτεμένων λόγω κρίσης, είναι σχετικά απλή και εύκολα αντιμετωπίσιμη. Η άλλη, όμως, των μακροχρόνιων ομογενών, είναι περίπλοκη, γι’ αυτό και πρέπει να αντιμετωπιστεί ξεχωριστά και σε βαθύτερο χρόνο από την κυβέρνηση.

Είναι, δε, αναγκαίο να μην επιδειχθεί σπουδή για να μη δίνονται λαβές στην αντιπολίτευση και δη στον ΣΥΡΙΖΑ, που ήδη υποστηρίζει ότι επιχειρείται «αλλοίωση» της λαϊκής βούλησης.

Βέβαια, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ο τελευταίος που δικαιούται να «ομιλεί», αλλά η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν έχει λόγο να δείξει πρεμούρα, γιατί έτσι δεν θαέχει μια ακόμα εκμεταλλεύσιμη αφορμή η αξιωματική αντιπολίτευση για εναντίωση στις κυβερνητικές προθέσεις.

Δεν πρέπει, άλλωστε, να ξεχνάμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ με ιδιαίτερο φανατισμό και ευκολία τάσσεται υπέρ της ψήφου των αλλοδαπών που διαμένουν στην Ελλάδα, αλλά δυσφορεί και αιτιάται διάφορους ασθενείς λόγους, προκειμένου να μπλοκάρει την ψήφο των ομογενών.

Κοντολογίς, δεν υφίσταται το παραμικρό πρόβλημα με τις 400-500.000 των Ελλήνων που μετανάστευσαν τα τελευταία χρόνια λόγω της κρίσης. Είναι αναφαίρετο το δικαίωμά τους να βρουν κάλπες και να ψηφίσουν. Και όχι μόνο το εκλέγειν, αλλά και το εκλέγεσθαι, υπάγεται στα δικαιώματά τους.

Ο τρόπος που θα ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα, αυτονόητα αδιάβλητος, είναι ευθύνη της κυβέρνησης να εξευρεθεί. Κι εδώ δεν νομίζουμε ότι υπάρχει πρόβλημα. Γνωρίζουμε τον τρόπο που αλλοδαποί, οι οποίοι διαμένουν στη χώρα μας, ψηφίζουν για να εκλέξουν κυβερνήσεις στις πατρίδες τους.

Είτε στήνονται κάλπες στις πρεσβείες, είτε ασκούν το δικαίωμά τους διά επιστολικής ψήφου, είτε ακολουθούν κάποιο μεικτό σύστημα. Το ζήτημα είναι τεχνικό και πολλές άλλες χώρες το έχουν λύσει πριν από εμάς. Αρκεί, λοιπόν, να αντιγράψουμε την πατέντα τους.

Αντίθετα, περίπλοκο είναι το θέμα της ψήφου των ομογενών. Θεωρητικά, στις πέντε ηπείρους ζουν 9-10 εκατομμύρια που έχουν ελληνικές ρίζες. Πολίτες άλλων χωρών, πρώτης, δεύτερης και τρίτης γενιάς, έλκοντες την καταγωγή τους από την Ελλάδα.

Είναι αλήθεια, εν προκειμένω, ότι άλλοι διατηρούν επαφή με την πατρίδα και άλλοι όχι. Υπάρχουν εκείνοι που γνωρίζουν την ελληνική γλώσσα και άλλοι όχι. Εκείνοι που έχουν δεσμούς συγγενικούς και συναισθηματικούς με τον τόπο της καταγωγής τους και εκείνοι που είναι εντελώς αποκομμένοι.

Χρειάζονται, λοιπόν, κριτήρια που ουδέποτε συζητήθηκαν σε έναν δημόσιο διάλογο. Είναι άλλο πράγμα να ζεις στο εξωτερικό και να έχεις την Ελλάδα «μέσα σου» και εντελώς διαφορετικό η σχέση σου μαζί της να είναι ανύπαρκτη ή «χαλαρή- ευκαιριακή».

Έχουμε, τελικά, την ηθική υποχρέωση αυτόν τον σοβαρό, υπεύθυνο, συναινετικό και εξαντλητικό διάλογο να τον κάνουμε για όλους εκείνους τους Έλληνες της διασποράς που «κουβαλάνε» το DNA της Ελλάδας στα πέρατα της Γης, που δίνουν αγώνες για τα εθνικά δίκαια, που ζουν με τον νόστο της μεγάλης επιστροφής και έχουν το μεγάλο παράπονο ότι η πατρίδα δεν τους θεωρεί ισότιμους Έλληνες με τους γηγενείς.

Ναι, όντως, είναι δύσκολος και με πολύ λεπτές αποχρώσεις ένας τέτοιος διάλογος.

Ωστόσο οφείλουμε να αναλογισθούμε ότι η Ομογένεια στην Αμερική, την Αυστραλία, την Ευρώπη και παντού έχει κάνει πολλά για την Ελλάδα. Η ελάχιστη ανταπόδοση είναι να τιμήσουμε την αγάπη τους για την πατρίδα. Και περιμένουν από τα κόμματα να φερθούν με τον ανάλογο τρόπο. Ομόθυμα, συναινετικά να επιλέξουν τα κριτήρια και να δώσουν τη χαρά στους ομογενείς, κάθε φορά που στήνεται κάλπη στη χώρα μας, να είναι πραγματικά και νοερά παρόντες.

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο

 

Εφημερίδες

Διαβάστε όλες τις εφημερίδες online

ΑΡΧΕΙΟ

NEWSLETTER