Οι πιο ισχυροί Τούρκοι επιχειρηματίες συστηματικά εγκαταλείπουν τις εγχώριες δραστηριότητές τους και τοποθετούνται στρατηγικά στην Ελλάδα, κυρίως στον τομέα του τουρισμού, των υποδομών, των υπηρεσιών και, φυσικά, των ακινήτων.
Η ελίτ της Άγκυρας
Αποτελεί πεποίθηση της τουρκικής επιχειρηματικής ελίτ ότι οι προοπτικές στη χώρα τους είναι πλέον περιορισμένες και γι’ αυτό είναι υποχρεωμένοι να επεκταθούν στο εξωτερικό, επιλέγοντας πρώτα τις φτωχές αφρικανικές χώρες (έχουν ήδη ανοίξει 1.000 τουρκικές πρεσβείες και προξενεία στην αφρικανική ήπειρο), αλλά και τη… διψασμένη για ρευστό, επενδύσεις και νέες δουλειές, εύκολα προσεγγίσιμη ελληνική οικονομία. Αν νικήσει ο Ερντογάν στο δημοψήφισμα, οι Τούρκοι επιχειρηματίες φοβούνται βάσιμα πλέον την εγκαθίδρυση ενός ακόμη πιο απολυταρχικού θρησκοληπτικού καθεστώτος, που θα περιορίσει ακόμη περισσότερο τις αστικές ελευθερίες και την αυτόνομη επιχειρηματική δραστηριότητα.
Ήδη παρακολουθούν με τρόμο τη σταθερή υποχώρηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας της τουρκικής λίρας (έχασε 17% της αξίας της μέσα στο 2016), σε συνδυασμό με την άνοδο των διεθνών τιμών των πρώτων υλών, ενώ ο δανεισμός τους, για να είναι χαμηλότοκος, πρέπει να είναι σε ξένο νόμισμα. Κατά συνέπεια, χρειάζονται επειγόντως έσοδα σε «σκληρό» νόμισμα –που να αντισταθμίζουν τον δανεισμό– και το ευρώ της Ελλάδας είναι αυτονόητα η πρώτη τους επιλογή.
Ταυτόχρονα, οι επενδύσεις τους στην Ελλάδα εξασφαλίζουν την πολυπόθητη βίζα ευρωπαϊκού κράτους, που τους δίνει ευκολότερη πρόσβαση στις πρωτεύουσες της γηραιάς ηπείρου. Η τάση της επιχειρηματικής ελίτ να βγάζει τα λεφτά της από την Τουρκία στο εξωτερικό είναι πλέον ορατή και η συμπεριφορά του νέου «Σουλτάνου» Ερντογάν απλώς επιταχύνει τις εξελίξεις.
Ξενοδοχεία, μαρίνες, μεταφορές, εμπόριο, ιχθυοκαλλιέργειες και υποδομές στην Ελλάδα έχουν ήδη δεχθεί τα πρώτα φιλικά «πυρά» από γνωστούς Τούρκους επιχειρηματίες.
Το «Hilton» της Αθήνας, o «Αστέρας» της Βουλιαγμένης, η μαρίνα του Φλοίσβου, τράπεζες αλλά και μεγάλες εμπορικές ελληνικές έχουν πλέον Τούρκους μετόχους. Ειδικά στον τομέα του τουρισμού, μετά τη συμμαχία με τον Όμιλο Κωνσταντακόπουλου, που έφερε τη νέα ιδιοκτησία του εμβληματικού ξενοδοχείου στο κέντρο της ελληνικής πρωτεύουσας «Hilton», το ενδιαφέρον για νέες επενδύσεις σε μικρότερες κεντρικές και περιφερειακές τουριστικές μονάδες έχει αυξηθεί κατακόρυφα.
Η κοινή επένδυση της ΤΕΜΕΣ, συμφερόντων της εφοπλιστικής οικογένειας Κωνσταντακόπουλου και του σαουδαραβικού ομίλου Olayan –που διαχειρίζεται το «Costa Navarino» στην Πύλο– και του τουρκικού ομίλου Dogus Holding, φαίνεται πως έδωσε το σύνθημα.
Επικεφαλής του Dogus Holding είναι ο δισεκατομμυριούχος Φερίτ Σαχένκ, ο τρίτος πιο πλούσιος άνθρωπος στην Τουρκία, και ήδη έχει αποκτήσει ένα μεγάλο κτίριο στο κέντρο της Αθήνας για να εγκαταστήσει το στρατηγείο των ελληνικών δραστηριοτήτων του. Πρόκειται για το επιβλητικό κτήριο 1.400 τ.μ. που στέγαζε έως πρόσφατα την πρεσβεία του Καναδά απέναντι από το «Hilton», στην οδό Ιώαννου Γενναδίου. Η πιο γνωστή επένδυση του Σαχένκ είναι η συμμαχία με τη Lamda Development του Ομίλου Λάτση στη μαρίνα του Φλοίσβου.
Ο ίδιος τουρκικός όμιλος έχει εξασφαλίσει το 51% της εταιρείας του Σταύρου Κυριακούλη, η οποία διαχειρίζεται τις τουριστικές μαρίνες Γουβιών, Λευκάδας, Καλαμάτας και Ζέας, ενώ μαζί με ισχυρά αραβικά funds συμμετείχε στην αγορά του «Αστέρα» Βουλιαγμένης και συγχρόνως ετοιμάζεται να συνεκμεταλλευτεί το Ελληνικό μαζί με τον Όμιλο Λάτση.
Οι μαρίνες και οι προοπτικές
Το ενδιαφέρον των Τούρκων για τις ελληνικές μαρίνες οφείλεται στη διαπίστωσή τους ότι οι τεράστιοι στόλοι σκαφών των Ευρωπαίων θα αποτελούσαν τους καλύτερους πελάτες για τα πιο ήσυχα και ενδιαφέροντα νερά της Μεσογείου, εάν υπήρχαν αρκετές και ανάλογα οργανωμένες μαρίνες στην Ελλάδα με τα 3.045 νησιά, την ακτογραμμή των 16.000 χιλιομέτρων, αλλά με τις μόλις 19 μεγάλες οργανωμένες μαρίνες, τη στιγμή που η Κροατία διαθέτει 230 και η Τουρκία πάνω από 200!
Χαρακτηριστική της νέας τάσης είναι η απόφαση της ολλανδικής πολυεθνικής εταιρείας χρωμάτων Akzo Nobel να μεταφέρει ένα μέρος της παραγωγικής της δραστηριότητας από την Τουρκία στην Ελλάδα. Η ολλανδική μητρική εταιρεία της γνωστής βιομηχανίας χρωμάτων Vivechrom αποφάσισε να μεταφέρει, μέσα στο 2017, την παραγωγή βερνικιών, από τη Marhsal Τουρκίας, στην Ελλάδα.
Η Vivechrom θα εξακολουθήσει να παράγει τα δικά της βερνίκια, τα οποία προορίζονται για τις αγορές της Αλβανίας, της Βουλγαρίας και της Κύπρου. Παράλληλα, θα παράγει και τα βερνίκια που σήμερα παρασκευάζονται από τη Marshal στην Τουρκία, βάσει των συνταγών που ακολουθούνται εκεί. Η Vivechrom δεν αναλαμβάνει την εμπορική προώθηση των τουρκικών βερνικιών, καθώς τα προϊόντα αυτά, μετά την παρασκευή τους από το εργοστάσιο στην Ελλάδα, θα εξάγονται στην Τουρκία και από εκεί θα γίνεται η εμπορία τους στην τουρκική αγορά, καθώς και σε άλλες αγορές (Ισραήλ, Ουζμπεκιστάν, κατεχόμενη Κύπρος κ.ά.).
Αγοραστές ακινήτων
Η διεθνοποίηση των 14 περιφερειακών αεροδρομίων και η επικείμενη –αισθητή από την πρώτη μέρα– αναβάθμιση των υπηρεσιών τους δημιουργούν νέο τεράστιο επενδυτικό ενδιαφέρον για μικρότερα ξενοδοχεία και ακίνητα.
Οι μεσίτες της Αθήνας μιλούν με ενθουσιασμό για το «κύμα» επενδυτών από την Τουρκία που αγοράζουν σπίτια στο Κολωνάκι, στο Ψυχικό, στη Γλυφάδα, στο Πανόραμα της Βούλας και στη Βουλιαγμένη. Οι νέοι αγοραστές –σε μια εποχή που οι Έλληνες σπανίζουν– δεν κρύβουν ότι συμμετέχουν σε ελληνικές επιχειρήσεις και εκφράζουν την επιθυμία να τοποθετηθούν σε οτιδήποτε άλλο διατίθεται προς πώληση στη χώρα μας, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα άδεια διαμονής και μετακίνησης σε Ελλάδα και Ευρώπη.
Τα επίσημα στοιχεία αποκαλύπτουν ότι μόνο μέσα στο 2017 είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία αγοράς 49 ακινήτων που αντιστοιχούν σε 128 άδειες διαμονής στους Τούρκους ιδιοκτήτες και στις οικογένειές τους. Οι περισσότεροι αγόρασαν ακίνητα των 250.000 ευρώ, που προβλέπει το καθεστώς της «χρυσής βίζας», αλλά υπάρχουν και άλλες εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα η αγορά του ακινήτου που στεγάζει τη ΔΕΗ στη Μεσογείων, αντί 850.000 ευρώ, ή άλλων αγοραστών που ψάχνουν ξενοδοχείο στο κέντρο της Αθήνας αντί ενός εκατομμυρίου ευρώ.
Τουρκικό ζαχαροπλαστείο
Στον τομέα της εστίασης, ξεχωρίζει η απόφαση της MADO, της μεγαλύτερης τουρκικής αλυσίδας ζαχαροπλαστείων, να εκμεταλλευτεί τις γευστικές αναζητήσεις των Θεσσαλονικέων και να μπει δυναμικά στην ελληνική αγορά, ανοίγοντας στα τέλη του περασμένου έτους ένα κατάστημα στο κέντρο της συμπρωτεύουσας (επί της Βενιζέλου), ενώ επίκειται η λειτουργία ακόμη ενός στη λεωφόρο Νίκης.
Εντελώς διαφορετικού προσανατολισμού είναι οι επενδύσεις του τουρκικού τραπεζικού κολοσσού Ziraat, με δύο καταστήματα σε Αθήνα και Κομοτηνή, που μέσα από χαμηλά ενυπόθηκα δάνεια προσπαθεί να ενισχύσει την απόκτηση μεγάλης ακίνητης περιουσίας από μουσουλμάνους στην περιοχή της Θράκης.
Του Χρήστου Ν. Κώνστα
Δημοσιεύθηκε με την έντυπη έκδοση της εφημερίδας Παρασκήνιο που κυκλοφόρησε εκτάκτως τη Μ. Παρασκευή 14/4






