Αλβανοί κακοποιοί κατηγορούνται για απόπειρα απαγωγής και βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη από κοινού, σε βάρος γνωστού δικηγόρου της Αθήνας.
Ακόμα, αντιμετωπίζουν τα αδικήματα της σύστασης συμμορίας, αντιποίησης Αρχής και παράνομης κατοχής όπλου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην ίδια υπόθεση προσδίδει ακόμη η εμπλοκή του ονόματος εφοπλιστή, ο οποίος έχει απασχολήσει κατ’ επανάληψη τις διωκτικές και δικαστικές Αρχές.
Η δίκη για το συγκεκριμένο περιστατικό, που επί σχεδόν τρία χρόνια παρέμενε μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, είχε προσδιοριστεί να διεξαχθεί πριν από λίγες μέρες στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων της Αθήνας. Ωστόσο, αναβλήθηκε λόγω παρέλευσης του ωραρίου και θα οριστεί νέα δικάσιμος.
Σύμφωνα με όσα έχουν καταθέσει ο δικηγόρος και οι δύο γυναίκες συνεργάτιδες του, το μεσημέρι της 15ης Ιουλίου 2014, εμφανίστηκαν στο γραφείο του, που βρίσκεται στην οδό Μασσαλίας στο κέντρο της Αθήνας, δύο εύσωμοι νεαροί. Αφού του είπαν ότι είναι αστυνομικοί, του ζήτησαν να τους ακολουθήσει στο ΑΤ Κολωνού, όπου υπηρετούν, προκειμένου να διευθετήσει κάποια υπόθεσή του.
Η επίθεση μέσα στο γραφείο
Εκείνος αντιλήφθηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και ζήτησε να δει τις ταυτότητες τους. Τότε, ο ένας από τους δύο άνδρες, ενώ προσποιήθηκε ότι θα έβγαζε από το τσαντάκι μέσης, που φορούσε, την ταυτότητά του, πλησίασε τον δικηγόρο και του επέφερε «δύο εξαιρετικά βίαια και τεχνικά χτυπήματα» στο πρόσωπο, με αποτέλεσμα να τον πετάξει στο πάτωμα. Την ίδια ώρα, «έπιασε» από το τσαντάκι του ένα πιστόλι μικρού μεγέθους, ενώ παράλληλα ο δεύτερος άνδρας άρχισε να τον χτυπάει με γροθιές στο κεφάλι και με κλοτσιές στη μέση.
Στη συνέχεια, οι δύο άνδρες επιχείρησαν να τον σύρουν προς την έξοδο του γραφείου και να τον οδηγήσουν στο ασανσέρ.
Ο δικηγόρος, αντιλαμβανόμενος ότι απειλείται η ζωή του, προέβαλε αντίσταση και κατάφερε να κρατηθεί από την κάσα της εξώπορτας, ενώ την ίδια ώρα οι συνεργάτιδές του καλούσαν σε βοήθεια τους υπόλοιπους ενοίκους του κτιρίου. Έτσι, οι δύο δράστες αναγκάστηκαν να τον αφήσουν και να τραπούν σε φυγή, «μη ολοκληρώνοντας αυτό που, προφανώς, είχαν εντολή να πράξουν».
Αμέσως μετά το περιστατικό, ο δικηγόρος μετέβη στο νοσοκομείο, όπου οι γιατροί διαπίστωσαν κάταγμα οσφυϊκού σπονδύλου και σοβαρές εκτεταμένες κακώσεις στο κεφάλι και σε ολόκληρο το σώμα.
«Επαγγελματίες» οι δράστες
Όπως ο ίδιος ανέφερε χαρακτηριστικά στις καταθέσεις του, τα χτυπήματα που δέχτηκε ήταν από ανθρώπους «επαγγελματίες του είδους», οι οποίοι εκτελούσαν εντολές τρίτων.
Λίγες μέρες μετά την επίθεση, συνελήφθη στον Βύρωνα ο ένας από τους δράστες, αφού στο δικηγορικό γραφείο η Αστυνομία είχε εντοπίσει δακτυλικά του αποτυπώματα. Ο συλληφθείς στην απολογία του ομολόγησε την ενοχή του, ισχυριζόμενος ότι ο συνεργός του ήταν εκείνος που του ζήτησε να απειλήσουν τον δικηγόρο, επειδή είχε διαφορές μαζί του.
Ωστόσο, έδωσε ψευδή στοιχεία του συγκατηγορουμένου του –ο οποίος είναι επίσης αλβανικής καταγωγής–, με αποτέλεσμα μέχρι σήμερα να μην έχει συλληφθεί για να λογοδοτήσει ενώπιον της Δικαιοσύνης.
Η εμπλοκή του εφοπλιστή
Από την αστυνομική έρευνα που ακολούθησε, προέκυψε ότι μέχρι τη στιγμή της επίθεσης οι δύο δράστες δεν γνώριζαν τον δικηγόρο, αλλά εκτελούσαν εντολές τρίτων. Το ίδιο το θύμα καταθέτοντας, όμως, ανέφερε ότι από το 2005 ασχολείτο σχεδόν αποκλειστικά ως δικηγόρος με νομικές υποθέσεις του εφοπλιστή.
Μάλιστα, είχε αποκτήσει και μετοχές σε κάποιες εταιρείες του, τις οποίες στη συνέχεια πούλησε στον εφοπλιστή, με αποτέλεσμα ο τελευταίος κατά το χρονικό διάστημα της επίθεσης να του οφείλει το ποσόν των 600.000 ευρώ, το οποίο καθυστερούσε αδικαιολόγητα να του καταβάλει. Μετά το συμβάν, ο δικηγόρος επιχείρησε να επικοινωνήσει με τον εφοπλιστή, χωρίς καμία ανταπόκριση.
Στην κατάθεσή του πρόσθεσε επίσης ότι, έναν μήνα μετά το περιστατικό της απόπειρας απαγωγής του και του ξυλοδαρμού του, έλαβε ένα μήνυμα στο κινητό του τηλέφωνο από άγνωστο αριθμό, το οποίο ανέφερε: «Μην ψάχνεις, ό,τι έγινε, έγινε. Ξέχνα το, έχεις παιδάκια…».
Ακολούθησε άρση του τηλεφωνικού απορρήτου όλων των εμπλεκομένων, από την οποία προέκυψε ότι ο δικηγόρος, 20 λεπτά μετά την επίθεση που δέχτηκε κι ενώ κατευθυνόταν προς το νοσοκομείο, επικοινώνησε με στενό συνεργάτη του εφοπλιστή και ο τελευταίος αμέσως μετά με τον ίδιο τον εφοπλιστή.
Το γεγονός αυτό όμως ο δικηγόρος δεν το είχε αναφέρει στις καταθέσεις του, με αποτέλεσμα ο εισαγγελέας Πρωτοδικών να επισημαίνει σε έγγραφό του ότι «με βεβαιότητα συνάγεται ότι ο παθών είτε αποφεύγει (ενδεχομένως να διακατέχεται από φόβο) είτε να μην επιθυμεί να κατονομάσει τους ηθικούς αυτουργούς». Γι’ αυτόν τον λόγο ζήτησε αντίγραφα της δικογραφίας να συσχετιστούν με άλλη δικογραφία που εκκρεμεί σε βάρος του ίδιου εφοπλιστή, αλλά και στενών συνεργατών του για εγκληματική οργάνωση, εκβιάσεις, σωματικές βλάβες κατά τρίτων κ.λπ.
Οι «ενδιάμεσοι»
Ειδικότερα, όπως διαπιστώνει ο εισαγγελέας, «άτομα μεγάλης οικονομικής επιφάνειας, όταν σχετίζονται με εγκληματικές πράξεις ηθικής αυτουργίας, δεν έρχονται οι ίδιοι σε απευθείας επικοινωνία με τους φυσικούς αυτουργούς αλλά χρησιμοποιούν ενδιάμεσα πρόσωπα, τα οποία με το σχήμα της αλυσιδωτής ηθικής αυτουργίας είναι αυτά που τελικά παρουσιάζονται ως άμεσοι ηθικοί αυτουργοί και ενίοτε μάλιστα χωρίς να γνωρίζουν ούτε αυτοί την ανάμειξη του απώτερου ηθικού αυτουργού».
Τη διαπίστωση αυτή του εισαγγελέα φαίνεται να επιβεβαιώνει ακόμη ένα στοιχείο που πρόεκυψε από την άρση του τηλεφωνικού απορρήτου των εμπλεκόμενων προσώπων, σύμφωνα με το οποίο, στενός συνεργάτης του εφοπλιστή είχε, λίγες μέρες πριν από την επίθεση σε βάρος του δικηγόρου, συνομιλίες με γνωστό «νονό» της νύχτας, που χρησιμοποιεί κυρίως Αλβανούς κακοποιούς για την εκτέλεση συμβολαίων έναντι χρηματικής αμοιβής.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η μεγάλη δικογραφία σε βάρος του εφοπλιστή και στενών συνεργατών του για την εγκληματική οργάνωση, στην οποία ερευνήθηκε και ο ρόλος του στην επίθεση κατά του δικηγόρου, εκκρεμεί για έκδοση βουλεύματος στο Συμβούλιο Εφετών της Αθήνας.
του Στέλιου Βορίνα
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο που κυκλοφόρησε το Σάββατο 25/11






