Ζευγάρι με…εξειδίκευση στα οικονομικά κόλπα, που κατηγορείται για μεγάλη κομπίνα στην αγορά συναλλάγματος και ανταλλαγής νομισμάτων (σύστημα forex) εξακολουθεί να εξαπατά επενδυτές, αποσπώντας τους μεγάλα χρηματικά ποσά!
Σύμφωνα με την αστυνομική έρευνα, το ζεύγος ήταν επικεφαλής εγκληματικής οργάνωσης και μαζί με άλλους κατηγορουμένους εμφανιζόταν σε επιχειρηματίες ως οι εφευρέτες μίας «φόρμουλας»από την οποία όσοι επένδυαν τα χρήματά τους θα αποκόμιζαν σταθερά κέρδη, ανεξάρτητα από τις διακυμάνσεις των ισοτιμιών στα χρηματιστήρια.
Σημειώνεται ότι η αγορά συναλλάγματος είναι μια εξωχρηματιστηριακή παράλληλη αγορά, όπου χρηματιστές και χρηματομεσίτες (διαμεσολαβητές) διαπραγματεύονται μεταξύ τους τα πωλούμενα νομισματικά προϊόντα.
Η δραστηριότητα του ζεύγους και των συνεργατών τους έληξε τον Μάιο του 2016, όταν αστυνομικοί της Υποδιεύθυνσης Οργανωμένου Εγκλήματος της Ασφάλειας Αττικής συνέλαβαν δέκα άτομα με τις κατηγορίες της συγκρότησης και ένταξης σε εγκληματική οργάνωση, απάτη και «ξέπλυμα μαύρου χρήματος». Για την ίδια υπόθεση κατηγορήθηκαν 18 επιπλέον άτομα, μεταξύ των οποίων δύο υπήκοοι Τουρκίας, ένας Ρώσος και ένας Ινδός.
Όπως ανακοίνωσε τότε η ΕΛ.ΑΣ., οι κατηγορούμενοι προέβαιναν στη σύσταση πολύπλοκων εταιρικών σχημάτων, τα οποία υποτίθεται πως δραστηριοποιούνταν επενδυτικά στην αγορά συναλλάγματος. Τα εταιρικά αυτά σχήματα διοικούνταν και ελέγχονταν είτε απευθείας από τους εμπλεκομένους είτε μέσω offshore εταιρικών συμπλεγμάτων, «πίσω» από τα οποία υποκρύπτονταν οι ίδιοι.
Ειδικότερα, κατά την Αστυνομία, οι κατηγορούμενοι προσέγγιζαν διάφορα άτομα και τα έπειθαν να επενδύσουν μεγάλα χρηματικά ποσά, υποσχόμενοι κέρδη και αποδόσεις που ξεπερνούσαν το 3% τον μήνα!
Προκειμένου μάλιστα να γίνονται πειστικοί, έστελναν σε μηνιαία βάση ενημερωτικά σημειώματα προς τους επενδυτές, σύμφωνα με τα οποία η επένδυσή τους ήταν συνεχώς κερδοφόρα. Με τον τρόπο αυτόν, έπειθαν τους ήδη υπάρχοντες επενδυτές είτε να μην προβούν στην εξαργύρωση των συνεχώς αυξανόμενων κεφαλαίων τους είτε να επενδύουν επιπλέον κεφάλαια. Ωστόσο, στις αρχές του 2016, το ζεύγος με επιστολή προς τους επενδυτές ανακοίνωσε το «μεγάλο κανόνι», υποστηρίζοντας ότι «… πρόσφατες εξελίξεις αναφορικά με τον διαχειριστή των επενδύσεων της Richcroft προκάλεσαν απόλυτη παύση των εργασιών της εταιρείας μέχρι νεωτέρας ειδοποιήσεως. Τούτο συνεπάγεται, μεταξύ άλλων, αναστολή όλων των εμπορικών εργασιών, συνδρομών, ρευστοποιήσεων, πληρωμή μερισμάτων και την έκδοση μηνιαίων αναφορών».
Αξίζει να σημειωθεί ότι τα αρχηγικά μέλη της οργάνωσης, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά το διαβιβαστικό της Ασφάλειας, χρησιμοποιούσαν ως απόκρυψη των χρημάτων που είχαν επενδυθεί μέσα από ηλεκτρονικές πλατφόρμες τουλάχιστον 60 offshore εταιρείες, με έδρες, ενδεικτικά, το Μπελίζ, τις Βρετανικές Παρθένους Νήσους, τα νησιά Μάρσαλ, τις Σεϋχέλλες και την Ομοσπονδία Αγίου Χριστοφόρου και Νέβις.
Διατηρούσαν επίσης λογαριασμούς σε δεκάδες χώρες όπως το Σαν Μαρίνο, το Μπελίζ, τον Παναμά, την Εσθονία, τη Λετονία, την Ουκρανία, το Μαυροβούνιο, τη Σιγκαπούρη, το Κουρακάο, την Αγία Λουκία, τον Άγιο Βικέντιο και Γρεναδίνες και τις Μπαχάμες, ενώ τα κέρδη της οργάνωσης υπολογίζονται σε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ.
Συνεχίζουν ανενόχλητοι τη δράση τους
Το ζεύγος οδηγήθηκε τον Μάιο του 2016 στην τακτική ανακρίτρια. Μετά τις απολογίες ο σύζυγος προφυλακίστηκε, ενώ η γυναίκα του αφέθηκε ελεύθερη με περιοριστικούς όρους, βάζοντας ως υποθήκη δύο ακίνητα στη Βούλα και στον Γέρακα Αττικής. Τα ακίνητα αυτά όμως φέρεται να είχαν αποκτηθεί –μέσω μίας κυπριακής εταιρείας– το 2015 και στις αρχές του 2016, κατά τη διάρκεια δηλαδή της εγκληματικής δραστηριότητας της οργάνωσης!
Όπως έλεγαν στη εφημερίδα μας έγκυροι δικαστικοί κύκλοι, τα ακίνητα αυτά θα έπρεπε να είχαν κατασχεθεί «ως προϊόν εγκλήματος», αφού φέρεται να αποκτήθηκαν με χρήματα των εξαπατηθέντων επενδυτών και όχι να χρησιμοποιούνται από ένα αρχηγικό μέλος της οργάνωσης προκειμένου να γλιτώσει την προφυλάκιση…
Το κυριότερο όμως είναι ότι λίγους μήνες αργότερα –μετά την αποφυλάκιση και του συζύγου με περιοριστικούς όρους– η δράση της εγκληματικής οργάνωσης συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του το «Π», το ζεύγος εξακολουθεί να πλησιάζει ανύποπτους επενδυτές και να αποσπά χρήματα υποσχόμενο μεγάλα κέρδη μέσα από ηλεκτρονικές πλατφόρμες στην αγορά συναλλάγματος.
Παράλληλα την ίδια ώρα έχει στηθεί –μέσω συγκεκριμένων δικηγορικών γραφείων– ένα «νομικό κόλπο» σε βάρος επενδυτών που έχουν ήδη χάσει τα χρήματά τους και έχουν μηνύσει το ζεύγος. Συγκεκριμένα, τους υπόσχονται ότι θα τους επιστραφούν τα ποσά που είχαν επενδύσει αν δεχθούν να υπογράψουν ένα «ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης χρέους».
Όσοι αποδέχονται την πρόταση λαμβάνουν πράγματι για έναν-δυο μήνες λίγα χρήματα και στη συνέχεια τους λένε ότι «το ταμείο στέρεψε»!
Ωστόσο, τα ιδιωτικά συμφωνητικά, οι δικηγόροι του ζεύγους τα προσκομίζουν σε ανακριτές που χειρίζονται τις σχετικές δικογραφίες, υποστηρίζοντας ότι οι μηνυτές έχουν αποδεχθεί ότι η διαφορά είναι αστική και έτσι, αφού δεν υπάρχουν ποινικές ευθύνες, θα πρέπει να απαλλαγούν με βούλευμα…
του Στέλιου Βορίνα
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο






