Λιτός, μα τόσο μεστός λόγος. Ήταν μεσημέρι της 16ης Φεβρουαρίου 2008, όταν ο νεοεκλεγείς Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμος εκφωνούσε τον ενθρονιστήριο λόγο του. Δέκα μέρες νωρίτερα, τα εξωτερικά φώτα της Μητρόπολης Αθηνών είχαν ανάψει και «λευκός καπνός» είχε βγει. Η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος είχε εκλέξει τον 20ό Αρχιεπίσκοπό της, τον Μητροπολίτη Θηβών και Λεβαδείας Ιερώνυμο.
Η Εκκλησία είχε γυρίσει σελίδα, κάτι που ήδη είχε φανεί από τον ενθρονιστήριο λόγο του νέου Αρχιεπισκόπου. «Επιτέλους, στον θρόνο ένας παπάς!», θα αναφωνούσε Μητροπολίτης την ημέρα της εκλογής του Ιερώνυμου. Σήμερα, στα οκτώ χρόνια της Αρχιεπισκοπίας του, ο «παπάς» έχει αλλάξει το πρόσωπο της Εκκλησίας της Ελλάδος και έχει, κατά πολλούς, αποκαταστήσει το κύρος της.
Ο σιωπηλός (όπως τον αποκαλούν) ιεράρχης με το εκκωφαντικό κοινωνικό έργο, ο πνευματικός ποιμένας που κατευνάζει τις ακραίες φωνές στους κόλπους της Ιεραρχίας, που κηρύσσει ότι «η εκκλησία δεν είναι κύμβαλον αλαλάζον» και συνδιαλέγεται με τους πάντες (ακόμη και με τον γ.γ. του ΚΚΕ Δημήτρη Κουτσούμπα), μπορεί κάλλιστα να κυκλοφορεί με το μετρό ή σε δρόμους της Αθήνας και να επιβλέπει το έργο της Εκκλησίας για τους μετανάστες και τους νέους, φορώντας μαύρο ή μπλε σκούρο καλυμμαύκι μοναχού, με σκούρο παλτό, χωρίς εγκόλπιο ή άλλο διακριτικό. Στην προσωπική του ζωή είναι εκ φύσεως ιδιαίτερα ολιγαρκής και διάγει, με τις φροντίδες της οικονόμου του Μαρίας, έναν σχεδόν ασκητικό βίο (όχι στη μονοκατοικία του Παλαιού Ψυχικού, αλλά στον δεύτερο όροφο της Αρχιεπισκοπής).
Θα ήταν ακαδημαϊκός…
Σίγουρα ο κατά κόσμον Ιωάννης Λιάπης, εάν δεν είχε ενδυθεί το ράσο της Ιεροσύνης, θα ήταν ακαδημαϊκός, φιλόσοφος ή, το πιθανότερο, αρχαιολόγος! Θα είχε τη δυνατότητα να ταξιδεύει πιο συχνά στη Γερμανία όπου σπούδασε και θα άκουγε –λίγο πιο δυνατά– στο αυτοκίνητο που οδηγεί, πολλές φορές ο ίδιος, τις συνθέσεις του Γιόχαν Στράους. Εάν δεν ήταν Αρχιεπίσκοπος, ο Ιερώνυμος Β’ θα έπαιρνε ο ίδιος το υνί και θα όργωνε τα χωράφια, αλλά τώρα «περιορίζεται» στο να μαζεύει ελιές στα κτήματά του και να φτιάχνει τυρί. Το μόνο προνόμιο που έχει κρατήσει είναι να δοκιμάζει πρώτος το λάδι από τις ελιές και να χαϊδεύει τα νεογέννητα αρνάκια και τα κατσικάκια. Απομονώνεται συχνά στο πατρικό του σπίτι, στα Οινόφυτα, ο Αρχιεπίσκοπος, όπου απολαμβάνει πίτες, όσπρια και τραχανά, που δεν λείπουν ποτέ από το τραπέζι του. Το αγαπημένο φαγητό του, όμως, είναι κόκορας με μακαρόνια ή χυλοπίτες. Το ησυχαστήριό του είναι στα Ζάλτσα Βοιωτίας. Εκεί ίδρυσε πρόσφατα μια πρότυπη κτηνοτροφική μονάδα με ειδική ράτσα κατσικιών, τα οποία έφερε από την Ισπανία. Κάθε παραμονή της εορτής της Αγίας Μαρίνας μεταβαίνει με τον νυν Μητροπολίτη Θηβών και Λεβαδείας Γεώργιο στο ακατοίκητο νησί Άμπελος, που ανήκει στην Ιερά Μονή του Οσίου Λουκά, το οποίο καθαρίζουν και στη συνέχεια λειτουργούν. Παραμένει και σήμερα εσωστρεφής και λιγομίλητος ο Αρχιεπίσκοπος.
«Αφήστε να μιλήσουν τα έργα – δεν χρειάζεται να μιλάμε εμείς», λέει συχνά στους συνεργάτες του, όταν κυρίως δέχεται πυρά γιατί δεν κάνει δηλώσεις συχνά για το έργο της Εκκλησίας και δεν τοποθετείται για τα κοινωνικά θέματα. Παραμένει, ωστόσο, σταθερός και αμετάβλητος στις απόψεις του. Το έργο που επιτελείται καθημερινά στην Αρχιεπισκοπή αποδεικνύει του λόγου το ασφαλές. Είναι ακούραστος και αφουγκράζεται τα προβλήματα των συνανθρώπων μας, των ηλικιωμένων, των ανθρώπων που πάσχουν, εκείνων οι οποίοι δεν έχουν στον ήλιο μοίρα, προσπαθώντας να δίνει λύση σε κάθε ζήτημα. Ιδιαίτερο είναι το ενδιαφέρον του για τη νεολαία. «Ελάτε στο σπίτι σας για να το ανανεώσουμε και να το ανακαινίσουμε μαζί», λέει πολλές φορές, απευθυνόμενους στους νέους. Είναι, άλλωστε, αδιαμφισβήτητη η μέριμνά του για τα νιάτα του τόπου. Στηρίζει με διάφορους φορείς και οργανισμούς της Αρχιεπισκοπής τους νέους, κυρίως σήμερα, που οι δυσκολίες είναι περισσότερες.
Στο Κατηχητικό
Ο κατά κόσμον Ιωάννης Λιάπης γεννήθηκε στις 10 Μαρτίου 1938 στα Οινόφυτα. Είναι το πρώτο από τα δύο παιδιά του Τάσου και της Δήμητρας Λιάπη. Ο Ιωάννης εντάχθηκε από νωρίς στο κατηχητικό σχολείο, όπου και γνώρισε τον πνευματικό του καθοδηγητή, τον τότε Αρχιμανδρίτη και μετέπειτα Μητροπολίτη Θηβών και Λεβαδείας, Νικόδημο Γραικό. Από το 1981 είχε υπηρετήσει ως Μητροπολίτης Θηβών και Λιβαδείας. Από αυτήν τη θέση είχε διακριθεί για τις περιβαλλοντικές και φιλανθρωπικές του δραστηριότητες, συνάμα με την πρόνοιά του για τη βοήθεια τοξικομανών, υπερήλικων και νέων. Αμέσως μετά, ακολουθούν σπουδές στα μεγαλύτερα πανεπιστήμια της Ελλάδας και του εξωτερικού.
Με το πέρας των εγκύκλιων σπουδών του, εισήλθε στο Τμήμα Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και στη συνέχεια στη Θεολογική Σχολή. Διετέλεσε πρώτος σε πανελλαδική κλίμακα υπότροφος του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών (ΙΚΥ) στις Βυζαντινές Σπουδές, τις οποίες πραγματοποίησε στα Πανεπιστήμια του Γκρατς της Αυστρίας και του Μονάχου, της τότε Δυτικής Γερμανίας, ενώ φοίτησε και στο Ostkirchliches Institut της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, που εδρεύει στο Ρέγκενσμπουργκ της Γερμανίας. Εργάσθηκε ως πανεπιστημιακός βοηθός στην εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία δίπλα στον Αναστάσιο Ορλάνδο και ως φιλόλογος στο Λεόντειο Λύκειο της Νέας Σμύρνης, στο 9ο Νυκτερινό Γυμνάσιο Αθηνών καθώς και στο Γυμνάσιο του Αυλώνα. Εγκαταλείποντας την ακαδημαϊκή του καριέρα, εντάχθηκε στον Ορθόδοξο Κλήρο.
Τον πρώτο βαθμό της Ιεροσύνης τον έλαβε την 3η Δεκεμβρίου 1967, χειροτονούμενος διάκονος από τον Μητροπολίτη Θηβών και Λεβαδείας Νικόδημο, στη Θήβα, και λαμβάνοντας το όνομα Ιερώνυμος, προς τιμήν του τότε Αρχιεπισκόπου Αθηνών Ιερωνύμου Α’. Στις 10 του ίδιου μήνα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στη πόλη της Λιβαδειάς, λαμβάνοντας το οφίκιο του Αρχιμανδρίτη. Για μεγάλο χρονικό διάστημα υπήρξε στενός συνεργάτης του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ, αρχικά ως γραμματέας και αρχιγραμματέας της Ιεράς Συνόδου, ενώ η συνεργασία τους συνεχίστηκε και το διάστημα της διακονίας του στην Ιερά Μητρόπολη Λιβαδείας. Το 1998 ήταν ένας εκ των υποψηφίων της αρχιεπισκοπικής εκλογής, αλλά ηττήθηκε από τον Δημητριάδος Αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο κατά την τρίτη ψηφοφορία. Τη δεκαετία της Αρχιεπισκοπίας Χριστοδούλου βρέθηκε αρκετές φορές σε αντιπαράθεση μαζί του, ειδικότερα για τα θέματα των σχέσεων με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τις λαοσυνάξεις, που πραγματοποιήθηκαν εναντίον της παύσης της αναγραφής του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες.
Θα τον κρίνει η Ιστορία
Πολλοί έσπευσαν να πουν πως υπήρχε μεγάλη κόντρα μεταξύ των δύο ιεραρχών. Την ημέρα που ενθρονίστηκε Αρχιεπίσκοπος του ζήτησαν να σχολιάσει τον Μακαριστό Χριστόδουλο. Η απάντησή του ήταν σεμνή και λιτή. «Θα τον κρίνει η Ιστορία», είχε πει τότε. Σημείωσε ότι με τον Χριστόδουλο είχαν διαφορές και ο ίδιος νιώθει πικραμένος σε ορισμένα ζητήματα, ωστόσο, όπως πρόσθεσε, θα κριθούν και οι δύο από την Ιστορία. Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει ήταν οι, όχι και τόσο καλές, σχέσεις μεταξύ της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Πατριαρχείου. Λίγο καιρό μετά την εκλογή του στον αρχιεπισκοπικό θώκο, ο Μακαριότατος επισκέφθηκε το Φανάρι. Στη συνάντηση που είχε με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο γεφυρώθηκε το χάσμα που είχε προκληθεί μεταξύ των δύο Εκκλησιών. Ο κ.κ. Βαρθολομαίος είχε δηλώσει μά- λιστα πως βρήκε στο πρόσωπο του Ιερώνυμου «τον άνθρωπο που θα ακολουθούσε την οδό του κατευνασμού, της αγάπης και του σεβασμού προς τη μητέρα Εκκλησία».
Στις 16 Απριλίου 2016 πραγματοποιήθηκε μάλιστα στην Ελλάδα μια ιστορική συνάντηση. Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, μαζί με τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο και τον Πάπα Φραγκίσκο, επισκέφθηκε τον προσφυγικό καταυλισμό της Μόριας στη Λέσβο, προκειμένου να ευαισθητοποιηθεί η κοινή γνώμη. Εκεί οι τρεις θρησκευτικοί ηγέτες υπέγραψαν κοινή διακήρυξη για τους πρόσφυγες. Όμως, ο νέος Αρχιεπίσκοπος είχε να αντιμετωπίσει κι άλλο ένα σοβαρό θέμα. Οι σχέσεις της Αρχιεπισκοπής και της Πολιτείας είχαν ψυχρανθεί λόγω των δυναμικών παρεμβάσεων του Μακαριστού Χριστόδουλου, ακόμη και για τα εθνικά θέμα.
Από την αρχή, ο Ιερώνυμος φρόντισε να ξεκαθαρίσει πως δεν έχει πολιτικές βλέψεις. Μάλιστα, έχει αρνηθεί να σχολιάσει τα πολιτικά πρόσωπα, καθώς πιστεύει πως «είναι επικίνδυνο ένας Αρχιεπίσκοπος να ασχολείται με αυτά, αλλά αυτό που λέμε ότι ο λαός έχει τους άρχοντες που του αξίζουν δεν είναι έξω από την πραγματικότητα». Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορεί να μείνει ασυγκίνητος από την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η χώρα μας. Η ει- κόνα της σημερινής Ελλάδας τού προκαλεί απογοήτευση, καθώς έχει καταντήσει, όπως είπε, «περίγελος της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Έχει εμπιστοσύνη, όμως, στον ελληνικό λαό. «Ο ελληνικός λαός», λέει, «έχει την ικανότητα να σταθεί στα πόδια του. Έχει το κουράγιο να σηκώσει τα μανίκια και να εργαστεί, διπλά και τριπλά αν χρειαστεί, για να αποκτήσει η χώρα “νοικοκυριό”».
Τεράστιο το κοινωνικό έργο
Τεράστιο είναι το κοινωνικό έργο που επιτελεί ο Αρχιεπίσκοπος, ιδιαίτερα τώρα, στα χρόνια της κρίσης. Από την πρώτη στιγμή έκανε αναφορά για τη φροντίδα ανθρώπων κατατρεγμένων και αδύναμων και οι πράξεις του επιβεβαίωσαν τα λόγια του. Μόνο το 2015, 3.739 δομές φιλανθρωπίας της Εκκλησίας της Ελλάδος δαπάνησαν 126.316.801,73 ευρώ. Σήμερα, στα όρια της Αρχιεπισκοπής μόνο, βασίζονται πάνω από 50.000 οικογένειες καθημερινά, ενώ σε αυτόν τον αριθμό προστίθενται και άνθρωποι οι οποίοι στηρίζονται ή διαμένουν σε ιδρύματα της Αρχιεπισκοπής. Δεν υπάρχει πτυχή του ανθρώπινου πόνου που να αφήνει αδιάφορο τον Αρχιεπίσκοπο. Γιατί, όπως ο ίδιος λέει, είναι ασύμβατο να ονομάζεσαι χριστιανός και να μη νοιάζεσαι για τον άρρωστο, τον φυλακισμένο, τον αναξιοπαθούντα, τον γυμνό, τον πεινασμένο, τον φτωχό, τον βασανισμένο, τον πρόσφυγα, τον μετανάστη, τον στιγματισμένο για την ψυχική του αρρώστια. Ορισμένα από τα έργα του Αρχιεπίσκοπου Ιερώνυμου, τα οκτώ χρόνια που ανέλαβε το πηδάλιο της Εκκλησίας της Ελλάδος:
● Εξασφάλισε τη χρηματοδότηση επισκευής και ολοκλήρωσης των εργασιών (συντήρηση αγιογραφιών, εικόνων κ.ά.) του Καθεδρικού Ναού των Αθηνών, που παραδίδεται στο κοινό ύστερα από 17 χρόνια τον επόμενο μήνα.
● Καθιέρωσε το πρόγραμμα «Η Εκκλησία στους δρόμους», το οποίο μέχρι σήμερα διανέμει καθημερινά 1.500 μερί- δες φαγητού σε άπορους συνανθρώπους μας. Άλλωστε και ως Μητροπολίτης Θηβών και Λεβαδείας, στα Οινόφυτα, δημιούργησε «Κέντρο Ευαισθητοποίησης Πληθυσμού» σε θέματα περιβάλλοντος και οικονομικών μεταναστών.
● Ενίσχυσε το Κέντρο Στήριξης Οικογένειας που ίδρυσε ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, το οποίο παρέχει κοινωνική και ψυχολογική στήριξη και φροντιστηριακά μαθήματα σε μέλη οικογενειών. Τα φροντιστήρια αφορούν σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές και μαθήματα προσωπικής φροντίδας, τα οποία χρηματοδοτούνται μέσω του ΕΣΠΑ και παρέχουν πιστοποίηση από δημόσιες σχολές και ΚΕΚ τα οποία συνεργάζονται με το Κέντρο Στήριξης Οικογένειας.
● Η «Αποστολή» αναπτύσσει ανθρωπιστικό έργο σε συνεργασία με Μητροπόλεις, φορείς της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών. Δημιούργησε:
●Το Κέντρο Γεροντολογίας στο Δήλεσι Βοιωτίας και το Καρέλλειο Ίδρυμα στο Χαλάνδρι (πρότυπη μονάδα αντιμετώπισης της νόσου Αλτσχάιμερ). ● Το Συνοδικό Πολιτιστικό Κέντρο στο Συνοδικό Μέγαρο, στους χώρους που βρίσκονταν τα τυπογραφεία της Αποστολικής Διακονίας. ● Το Ίδρυμα Ποιμαντικής Επιμόρφωσης που προσφέρει συνεχή κατάρτιση στους κληρικούς, αλλά και στα λαϊκά στελέχη της Αρχιεπισκοπής. ● Τη βιβλιοθήκη της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, στο κτήριο του πρώην Κακουργιοδικείου Αθηνών στου Ψυρρή, και τη Σχολή Βυζαντινής και Παραδοσιακής Μουσικής της Αρχιεπισκοπής Αθηνών. ● Τον Παιδικό Σταθμό στο Δήλεσι Βοιωτίας, ο οποίος φιλοξενεί 60 παιδιά κυρίως άπορων οικογενειών, ακολουθώντας πρότυπες μεθόδους Εκπαίδευσης.
Ο Ιερώνυμος είναι ένας άνθρωπος με καινοτόμες ιδέες. Με δική του πρωτοβουλία η Αρχιεπισκοπή Αθηνών δημιούργησε λογαριασμούς στα κοινωνικά δίκτυα, απ’ όπου μεταδίδονται ο λόγος του Θεού και το έργο της Εκκλησίας. Επίσης, επί των ημερών του δημιουργήθηκαν ψηφιακά μουσεία και εικονικές θρησκευτικές περιηγήσεις, τις οποί- ες μπορεί να κάνει ο επισκέπτης των ιστοσελίδων της Εκκλησίας. Με συνεργασία της Πολιτείας με την Εκκλησία, το 2011 συστάθηκε μια μικτή επιτροπή, στην οποία συμμετέ- χουν εκπρόσωποι του κράτους και της Εκκλησίας, ώστε να λύνουν τα προβλήματα τα οποία ταλανίζουν τους δύο φορείς.
Ένα από αυτά τα προβλήματα είναι και η καύση των νεκρών. Ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα που διευθέτησε η εν λόγω επιτροπή είναι η κρατική αναγνώριση όλων των αδειών που έχουν εκδοθεί από την Υπηρεσία Ναοδομίας της Εκκλησίας της Ελλάδος από το 1988 μέχρι σήμερα και η ένταξη των κληρικών στο ενιαίο μισθολόγιο δημοσίων υπαλλήλων.
Του Φώτη Σιούμπουρα
Το άρθρο δημοσιεύθηκε με την έντυπη έκδοση της εφημερίδας Παρασκήνιο εκτάκτως την Παρασκευή 23/12






