Το Bloomberg σε πρόσφατο άρθρο του ασχολείται με τις μεγάλες πρωτεύουσες τις Ευρώπης και μια από αυτές είναι και η Αθήνα. Συγκεκριμένα μέσα στο άρθρο υπάρχει αναφορά για τις πολυκατοικίες της Αθήνας που αν και χτίστηκαν βιαστικά για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα της προσιτής στέγασης σε μια εποχή που η ελληνική πρωτεύουσα αντιμετώπιζε το πρόβλημα της αστυφιλίας, αντέχουν στο χρόνο και παρέχουν προσιτή στέγη ακόμα και σήμερα και αρκετές ανέσεις.
Το άρθρο σημειώνει ότι η ανάπτυξη των πολυκατοικιών στην ελληνική πρωτεύουσα ήταν κατά το μάλλον ή ήττον τυχαία σε μια εποχή που η Αθήνα αντιμετώπιζε επείγον οικιστικό πρόβλημα και τα διαθέσιμα χρήματα ήταν ελάχιστα. «Εκείνη την εποχή άνθρωποι συνέρρεαν από την επαρχία στην Αθήνα – ένα πανευρωπαϊκό φαινόμενο, εντονότερο στην Ελλάδα μετά τη λήξη του εμφυλίου το 1949, που ώθησε πολλούς να εγκαταλείψουν μια εν μέρει ρημαγμένη επαρχία. Οι νέοι Αθηναίοι χρειάζονταν γρήγορα σπίτια, αλλά το κράτος δεν είχε τους αναγκαίους πόρους και τη θέληση για την οικοδόμηση εργατικών κατοικιών και οι τράπεζες πρόσφεραν λίγα δάνεια.
Για να λύσουν το πρόβλημα οι Έλληνες δημιούργησαν το δικό τους σύστημα χρηματοδότησης, τις αντιπαροχές (…) “Με το σύστημα αυτό οι ιδιοκτήτες παραχωρούσαν τα οικόπεδά τους με αντάλλαγμα δύο έως πέντε διαμερίσματα στην ολοκληρωμένη πολυκατοικία για να κατοικήσουν εκεί, να τα νοικιάσουν ή να τα πουλήσουν. Ήταν ένα σύστημα οικιστικής ανάπτυξης που δεν προέκυψε από κάποια αλλαγή στη νομοθεσία, αν και το κράτος πρόσφερε κίνητρα για την οικοδόμηση μέσω φοροελαφρύνσεων».
Σύμφωνα με το Bloomberg τα δυάρια ή τριάρια δυαμερίσματα ήταν συχνα ευχάριστα για διαβίωση, παρά το γεγονός ότι οι πολυκατοικίες χτίστηκαν γρήγορα, συχνά βάσει σχεδίων πολιτικού μηχανικού κι όχι αρχιτέκτονα. «Τα μεγάλα, συχνά περιμετρικά μπαλκόνια ήταν αρκετά ευρύχωρα για να χωρούν ένα τραπέζι για δείπνο, ζαρντινιέρες και έναν τοίχο από φυτά. Τα διαμερίσματα διέθεταν κεντρική θέρμανση – κάτι καινοτόμο για την Ευρώπη της δεκαετίας του 1950 -, ευρύχωρους κοινόχρηστους χώρους και απρόσμενα συμπαγή κατασκευή.
Στη συνέχεια ο αρθρογράφος αναφέρει ότι τα δυάρια ή τριάρια δυαμερίσματα ήταν συχνα ευχάριστα για διαβίωση, παρά το γεγονός ότι οι πολυκατοικίες χτίστηκαν γρήγορα, συχνά βάσει σχεδίων πολιτικού μηχανικού κι όχι αρχιτέκτονα. «Τα μεγάλα, συχνά περιμετρικά μπαλκόνια ήταν αρκετά ευρύχωρα για να χωρούν ένα τραπέζι για δείπνο, ζαρντινιέρες και έναν τοίχο από φυτά. Τα διαμερίσματα διέθεταν κεντρική θέρμανση – κάτι καινοτόμο για την Ευρώπη της δεκαετίας του 1950 -, ευρύχωρους κοινόχρηστους χώρους και απρόσμενα συμπαγή κατασκευή.
Το κράτος συνεισέφερε ελάχιστα ή καθόλου χρηματικά σ’ αυτά τα κτίρια, αλλά έβαζε όρια σε κάποιες πτυχές του σχεδιασμού τους, διασφαλίζοντας π.χ. ότι τα διαμερίσματα πάνω από τον έκτο όροφο των πολυκατοικιών θα ήταν τραβηγμένα προς τα μέσα, πράγμα που δημιούργησε το χαρακτηριστικό αστικό τοπίο της Αθήνας με μικρά «ζιγκουράτ» [βαθμιδωτές πυραμίδες της Μεσοποταμίας] ρετιρέ με ευρύχωρα μπαλκόνια, στην κορυφή πολλών κτιρίων ακόμη και σε λιγότερο πλούσιες περιοχές».






