Το καλοκαίρι του 2015, κατά πώς έδειξαν οι εξελίξεις, έσβησαν οι αυταπάτες και οι ψευδαισθήσεις που έτρεφε ο πρωθυπουργός και υποχρεώθηκε σε πλήρη αναδίπλωση.
Χρειάστηκε όμως να διέλθει συμπληγάδες, προκειμένου να αντιληφθεί πλήρως ότι για να ξεμπλέξει η χώρα από τη μακρά οικονομική κρίση θα πρέπει να αναλάβει όλο το βάρος των υποχρεώσεων. Και χρειάστηκαν τον τελευταίο χρόνο τουλάχιστον τέσσερις κύκλοι άγονης διαπραγμάτευσης για να συνειδητοποιήσει η κυβέρνηση πως δεν υπάρχει άλλος δρόμος, πέραν αυτού της αποδοχής του βάρους της χρεοκοπίας και της απόλυτης ευθύνης για να προσεγγίσουμε τη λύση του δράματος.
Χρειάστηκαν δύο χρόνια και τρεις μήνες για να συνειδητοποιήσουν οι κυβερνώντες σήμερα ότι έξοδος από την κρίση μπορεί να γίνει μέσω ενός και μόνο δρόμου, που περνάει από τη συμφωνία με τους δανειστές της χώρας κι όχι από λεονταρισμούς και φτηνούς τσαμπουκάδες, οι οποίοι κόστισαν και συνεχίζουν να κοστίζουν πολύ ακριβά στην ελληνική κοινωνία και στην οικονομία της χώρας.
Η κυβέρνηση με έναν χρόνο καθυστέρηση συμφώνησε τελικά στο κλείσιμο της αξιολόγησης. Τα μέτρα που προσυπέγραψε είναι βαριά, σχεδόν 4 δισ. ευρώ για το 2019-2020. Αν στις 22 Μαΐου το Eurogroup ολοκληρώσει την αξιολόγηση, η χώρα εισέρχεται –με τεράστια καθυστέρηση και πολύ υψηλό κοινωνικό κόστος– στην τελική ευθεία για να ολοκληρωθεί το 3ο μνημόνιο τον Αύγουστο του 2018.
Αν οι κυβερνώντες σήμερα είχαν δει καθαρά τα πράγματα το 2014 και δεν διψούσαν τόσο για εξουσία, αν δεν είχαν οδηγήσει τη χώρα σε εκλογές για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, η Ελλάδα θα είχε ολοκληρώσει το 2ο μνημόνιο το 2015, θα είχε βγει την ίδια χρονιά στις αγορές και στη ραγδαία ανάπτυξη – πάνω από 2,5% και η οικονομία της θα κάλπαζε τόσο το 2016 όσο και το 2017 με ρυθμούς κοντά στο 3%.
Δυστυχώς, η… εκπαίδευσή τους κόστισε ακριβά: πάνω από 80 δισ. ευρώ επιπλέον χρέος για τη χώρα, τράπεζες με capital controls και πάνω από 100 δισεκατομμύρια «κόκκινα» δάνεια, κάποιες χιλιάδες επιχειρήσεις που έκλεισαν τα δύο τελευταία χρόνια παρασύροντας στην ανεργία δεκάδες χιλιάδες εργαζομένους, μέτρα 12 δισ. ευρώ για τους πολίτες –που «χτύπησαν» κυρίως τους μη προνομιούχους–, διαφυγή περίπου 60 δισ. ευρώ στο εξωτερικό και ακόμη μεγαλύτερη ζημιά στην εικόνα της Ελλάδας.
Ωστόσο, ό,τι έγινε, έγινε και δεν μπορεί να γυρίσει πίσω. Η κυβέρνηση δείχνει να έχει προσγειωθεί στην πραγματικότητα. Έκλεισε την αξιολόγηση, αποδέχεται τις ιδιωτικοποιήσεις (πουλάει ακόμη και μονάδες της ΔΕΗ!), προσπαθεί να γίνει πιο φιλική απέναντι στις επιχειρήσεις (συμφώνησε ότι μέσα στα αντίμετρα θα υπάρξει μείωση των φόρων για τις εταιρείες από 29% στο 26%) και αντιλαμβάνεται πως χωρίς ανάπτυξη τίποτα δεν μπορεί να προχωρήσει στη χώρα.
Οφείλουν λοιπόν όλες οι δυνάμεις, όσες ολιγώρησαν και όσες υποεκτίμησαν το βάρος και τον χαρακτήρα της κρίσης, τουλάχιστον στην παρούσα τελευταία στροφή, να μην εμποδίσουν την ολοκλήρωση της όντως «βαριάς κι ασήκωτης» συμφωνίας. Έστω και αν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ καθυστέρησε την αξιολόγηση, φορτώνοντας στις πλάτες του ελληνικού λαού περισσότερα δεινά. Έστω και αν οι κυβερνώντες συνέχιζαν μέχρι την τελευταία στιγμή, ψευδόμενοι και αυτοαναιρούμενοι, να κατηγορούν τα κόμματα της αντιπολίτευσης και δη την αξιωματική, καθώς και τα μη φιλικά τους ΜΜΕ.
Οι τελευταίες εξελίξεις μπορούν να διαμορφώσουν πλέον συνθήκες σταθερότητας και εμπιστοσύνης για την ελληνική οικονομία. Είναι εξάλλου οι μόνες ικανές να εγγυηθούν την έξοδο από την κρίση και την επιστροφή σε κύκλο ανάπτυξης και προόδου, μετά από επτά εξαντλητικά χρόνια κρίσης.
Είναι σημαντικό να τελειώσουμε επιτέλους με αυτήν. Να καταφέρει δηλαδή –έστω με μεγάλη καθυστέρηση– και η Ελλάδα ό,τι κατάφεραν πριν από αυτήν η Ιρλανδία, η Πορτογαλία και η Κύπρος, οι οποίες βγήκαν γρήγορα από τα μνημόνια και προχώρησαν στην ανάπτυξη. Βέβαια, τη διετία 2019-20 θα υπάρξουν πάλι μέτρα (τα φορτώνει η παρούσα συγκυβέρνηση στην επόμενη), αλλά έως τότε υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να είναι άλλοι στην εξουσία, πιο… εκπαιδευμένοι, πιο σοβαροί και με μεγαλύτερη εμπειρία.
του Φώτη Σιούμπουρα
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο που κυκλοφόρησε το Σάββατο 6/5





