Ο βουλευτής Α’ Θεσσαλονίκης του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ Γιάννης Αμανατίδης επαναλαμβάνει τη φράση του Αλέξη Τσίπρα, ότι «ο κ. Μητσοτάκης, για να ξεπληρώσει τις προεκλογικές του υποχρεώσεις, οδηγεί τους εργαζομένους στις ερπύστριες του οδοστρωτήρα». Παράλληλα προσθέτει ότι «ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ βρίσκεται σε θέσεις μάχης, για να ενώσουμε όλες τις προοδευτικές δυνάμεις», με στόχο πάντα, «να υπερασπιστούμε από κοινού το οκτάωρο, τις συλλογικές συμβάσεις, το δικαίωμα στην καταγραφή και την πληρωμή των υπερωριών».
Με την ιδιότητα του πρώην υφυπουργού Εξωτερικών, ο κ. Αμανατίδης επισημαίνει πως είναι «λανθασμένη η τακτική της αδράνειας και του κατευνασμού που ακολούθησε η κυβέρνηση Μητσοτάκη στα ελληνοτουρκικά, βασιζόμενη ενδεχομένως σε ευρωπαϊκές υποσχέσεις», ενώ εκφράζει την πεποίθηση ότι «σύντομα το πλειοψηφικό ρεύμα, του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, θα σαρώσει» ακόμη και τον «εργασιακό Αρμαγεδδώνα της κυβέρνησης Μητσοτάκη».
Βλέπω και ακούω διαμαρτυρίες παντού για άτονη ή και χλιαρή αντιπολίτευση… Γιατί;
Ως αντιπολίτευση, δεν ακολουθήσαμε τη γραμμή του κ. Μητσοτάκη, με τις συνεχείς τηλεοπτικές –κατά το πλείστον– επιθέσεις τής τότε αξιωματικής αντιπολίτευσης –άνευ περιεχομένου και ουσίας–, μεστές όμως σε λάσπη, μισαλλοδοξία, παροχολογία, υποσχετικές και ρεβανσισμό, την ώρα, μάλιστα, που δοκιμάζεται ολόκληρη η ανθρωπότητα από την πανδημία, και αυτό δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται άτολμο, αλλά υπεύθυνο.
Δεν σημαίνει αυτό, όμως, πως «χαριζόμαστε» ή ότι υιοθετούμε τη λογική του ώριμου φρούτου, βλέποντας τα συνεχή λάθη τους, που πλήττουν την πλειονότητα της κοινωνίας – από την υγεία μέχρι την οικονομία, την παιδεία και την εργασία.
Δυστυχώς, όμως, τα χειρότερα έμελλε να γίνουν ζοφερή πραγματικότητα με την πανδημία, με αποτέλεσμα σήμερα να θρηνούμε πάνω από 10.000 νεκρούς –έναν ανά 1.000 κατοίκους– και την κυβέρνηση ανέμελα να αρνείται την ενίσχυση της δημόσιας υγείας, με μόνιμες προσλήψεις και μέτρα ενίσχυσης του ΕΣΥ, και πρωτίστως της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας.
Εμείς επιμένουμε να αντιστεκόμαστε στη διάλυση του ΕΣΥ, στον βωμό της εξυπηρέτησης ιδιωτικών συμφερόντων, και καταθέτουμε συνεχώς προτάσεις για την προστασία και την ενίσχυση του δημόσιου χαρακτήρα της υγείας, προτάσεις στήριξης του κοινωνικού κράτους που ο διαβόητος οδοστρωτήρας –που είχε επικαλεστεί προεκλογικά ο κ. Μητσοτάκης– ετοιμάζεται να ισοπεδώσει.
Τι πρέπει να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ για να πείσει και να δημιουργήσει και πάλι πλειοψηφικό ρεύμα;
Θυμίζω πως η δική μας κυβέρνηση, κάτω από αντίξοες οικονομικά συνθήκες, εξασφάλισε την πρόσβαση όλων σε όλες τις βαθμίδες υγείας –και των ανασφάλιστων– και, φυσικά, καταργήσαμε το πεντάευρω κι άλλα τραγελαφικά δεξιά τερτίπια, που προμήνυαν τον οδοστρωτήρα που αντικρίζει σήμερα η πλειονότητα της κοινωνίας, εν μέσω πανδημίας.
Δεν έχουμε καμία αμφιβολία πως η οπισθοδρόμηση είναι και πάλι παρούσα, παρά την πανάκριβη για τους φορολογουμένους επικοινωνιακή της πολιτική.
Πιστεύω, λοιπόν, πως σύντομα το πλειοψηφικό ρεύμα θα σαρώσει ακόμη και τον εργασιακό Αρμαγεδδώνα για τον κόσμο της εργασίας, που θα βυθίσει στην ύφεση την οικονομία, ανεβάζοντας ξανά στα ύψη την ανεργία και τη μαύρη εργασία.
Δεν μπορώ παρά να επαναλάβω, στο σημείο αυτό, τη φράση του Αλέξη Τσίπρα που περικλείει όλη την ουσία του ζητήματος και έχει ως εξής: «Ο κ. Μητσοτάκης, για να ξεπληρώσει τις προεκλογικές του υποχρεώσεις, οδηγεί τους εργαζομένους στις ερπύστριες του οδοστρωτήρα».
Υπήρξατε υφυπουργός Εξωτερικών. Πώς κρίνετε τους χειρισμούς της κυβέρνησης στα Ελληνοτουρκικά;
Στα Ελληνοτουρκικά επισημάναμε, ήδη, από το καλοκαίρι του 2019, τη λανθασμένη τακτική της αδράνειας και του κατευνασμού, που ακολούθησε η κυβέρνηση Μητσοτάκη, βασιζόμενη ενδεχομένως σε ευρωπαϊκές υποσχέσεις που δεν τηρήθηκαν, αν κρίνουμε εκ του αποτελέσματος.
Ανάλογες προσδοκίες και φρούδες ελπίδες είχε η ΝΔ και από τον Ντόναλντ Τραμπ, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να γίνεται ο πρώτος Έλληνας πρωθυπουργός, από το 1974, που δεν έκανε αναφορά στο Κυπριακό και στον τουρκικό στρατό κατοχής, κατά την ομιλία του στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ.
Κι αυτό, ενώ δεν περνούσε απαρατήρητες από κανέναν η τουρκική παραβατικότητα και η κλιμάκωση της επιθετικότητας του Ερντογάν, με τον αφανισμό των Κούρδων της Συρίας και τις αποστολές μισθοφορικού στρατού στη Λιβύη.
Για εμάς, η κλιμάκωση της τουρκικής επιθετικότητας απέναντι στην Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω της συνέχισης των εξορύξεων εντός της Κυπριακής ΑΟΖ, αλλά και της πρόσφατης απόλυτα καταδικαστέας και παράνομης –βάσει των αποφάσεων του ΟΗΕ– απόφασης για άνοιγμα της παραλίας των Βαρωσίων, έπρεπε να λάβει μια συντονισμένη και αποφασιστική απάντηση.
Δεν είναι άλλωστε κρυφό πως ζητούμε –πάνω από έναν χρόνο– τη σύγκληση του Συμβουλίου Πολιτικών Αρχηγών για τη χάραξη εθνικής στρατηγικής, που βλέπουμε ότι εκλείπει.
Σας θυμίζω ότι ο Αλέξης Τσίπρας, πριν από την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων του Ιανουαρίου 2017 για το Κυπριακό, όχι μόνον είχε σαφή στρατηγική την οποία είχε συμφωνήσει με τον Πρόεδρο Αναστασιάδη, αλλά και ενημέρωσε αναλυτικά τους πολιτικούς αρχηγούς. Στη Γενεύη, λοιπόν, δεν πρέπει να γίνει απλώς διάλογος για τον διάλογο, αλλά να προωθηθούν οι πάγιες εθνικές θέσεις, για να υπάρξει, επιτέλους, μια δίκαιη και βιώσιμη λύση, προς όφελος του συνόλου του κυπριακού λαού.
Η στρατηγική της «μη λύσης» του Κυπριακού, που εδράζεται στην εσφαλμένη αντίληψη ότι ο χρόνος τρέχει υπέρ της Ελλάδας ή της ελληνοκυπριακής πλευράς, οδηγεί δυστυχώς στην εδραίωση της διχοτόμησης επί του εδάφους, ενώ ενισχύει απόψεις περί Συνομοσπονδίας ή ύπαρξης δύο κρατών.
Για μας, μόνη βάση για λύση αποτελεί η διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία, με μία κυριαρχία, μία ιθαγένεια και μία διεθνή εκπροσώπηση, με κατάργηση των εγγυήσεων και αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων από την Κύπρο.
Η πανδημία και η οικονομική κρίση που αυτή προκάλεσε αφήνει μια κοινωνία οικονομικά πληγωμένη. Πώς θα ανακουφιστεί;
Σχετικά με την επανεκκίνηση της οικονομίας, σπεύσαμε από το ξέσπασμα της πανδημίας να καταθέσουμε διαδοχικά προγράμματα με τον εύλογο τίτλο: «Μένουμε όρθιοι», κι αυτό επειδή κρίναμε πως θα πληγούν πρωτίστως οι πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες και θα είχαμε ένα ντόμινο ύφεσης, που θα οδηγούσε σε έξαρση την ανεργία και την επισφαλή και κακοπληρωμένη εργασία.
Δεν φανταζόμασταν, ωστόσο, ότι θα έφτανε ο νεοφιλελεύθερος ζήλος της κυβέρνησης Μητσοτάκη μέχρι την κατάργηση του οκταώρου και των υπερωριών, με μια πρωτοφανή ταυτόχρονη επίθεση στα εργασιακά δικαιώματα και κεκτημένα.
Βρισκόμαστε, ήδη, σε θέσεις μάχης, για να ενώσουμε όλες τις προοδευτικές δυνάμεις, προκειμένου να υπερασπιστούμε από κοινού το οκτάωρο, τις συλλογικές συμβάσεις, το δικαίωμα στην καταγραφή και την πληρωμή των υπερωριών, να υπερασπιστούμε το δικαίωμα στην κανονικότητα στην εργασία, να υπερασπιστούμε τις ζωές μας, που διακυβεύονται, στο μέτρο που αυτό εξυπηρετεί την αύξηση των κερδών κάποιων ελίτ, στις οποίες η κυβέρνηση Μητσοτάκη μοιάζει να έχει ανειλημμένη πολιτική υποχρέωση.
Συνέντευξη στον Γιάννη Σπ. Παργινό
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο






