Στον πολιτικό ανταγωνισμό ισχύει ένας κανόνας, που αναδύεται μέσα από διαπιστώσεις, αν κανείς ανατρέξει στα όσα έχουν συμβεί τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας και μελετήσει παράλληλα όλες τις έρευνες της κοινής γνώμης. Και ο κανόνας αυτός λέει ότι κερδίζει εκείνος που διατηρεί αυθεντική σχέση με τη ζώσα πραγματικότητα. Ποια είναι η ζώσα πραγματικότητα αυτή την εποχή στη χώρα μας;
Καλώς ή κακώς, διανύουμε μια περίοδο που το ζητούμενο από τους πολίτες, και μάλιστα παγκοσμίως, είναι η επιτυχημένη διαχείριση της καθημερινότητας. Στην Ελλάδα, αυτό μεταφράζεται σε πολύ συγκεκριμένα θέματα: στην πορεία της οικονομίας μετά την κρίση που θα προκαλέσει η πανδημία, στο πότε θα εμβολιαστούμε, στο πότε θα ανοίξουν τα σχολεία γιατί τα παιδιά πλέον ασφυκτιούν, στο πότε οι επιχειρήσεις θα εισπράξουν την Επιστρεπτέα Προκαταβολή, στο πότε θα ανοίξει η αγορά, στο πώς θα διασφαλιστούν οι θέσεις εργασίας. Αυτά είναι τα προβλήματά μας σήμερα και, όπως δείχνουν και οι δημοσκοπήσεις, η κυβέρνηση κρίνεται καθημερινά και θα κριθεί στο τέλος από το πώς θα τα διαχειριστεί.
Βεβαίως έχουμε και τη συνεχιζόμενη τουρκική προκλητικότητα, αλλά και τις «υποθέσεις Λιγνάδη και Κουφοντίνα», τις οποίες η αξιωματική αντιπολίτευση και μικρό μέρος της κοινωνίας έχουν αναγάγει σε κυρίαρχες, αποζητώντας κομματικά οφέλη. Όχι πως δεν είναι σημαντικές αυτές οι δύο υποθέσεις και δεν έπρεπε να μας απασχολούν. Απεναντίας, μάλιστα. Όταν όμως η στρατηγική επιλογή σου είναι η ιδεολογικοποίηση-κομματικοποίηση των δύο αυτών ζητημάτων, είναι φυσικό να αναμένεις και τον (πολιτικό) αντίκτυπο της επιλογής σου αυτής στην κοινωνία.
Όσον αφορά την «ιστορία Λιγνάδη», κάποιοι της αντιπολίτευσης πιστεύουν ότι σ’ αυτήν βρήκαν ξαφνικά τον αδύναμο κρίκο της κυβερνητικής αλυσίδας, την άκρη στο κουβάρι από την οποία θα ξεκινήσει το «ξήλωμα» της πολιτικής κυριαρχίας Μητσοτάκη. Έφτασαν στο σημείο μάλιστα να ισχυριστούν ότι η κυβέρνηση «επίτηδες καλλιεργεί το θέμα Κουφοντίνα, για να αποπροσανατολίσει την κοινωνία και να πάψει να ασχολείται με την… παραίτηση της Μενδώνη». Η οποία κοινωνία βεβαίως, όπως δείχνουν και οι δημοσκοπήσεις, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, ούτε θέτει ως προτεραιότητα στα προβλήματά της την παραίτηση της Μενδώνη ούτε επιζητεί την «αθώωση» του Λιγνάδη «διά της λήθης», αλλά ούτε και επιθυμεί ιδεολογικοποίηση και δραματική εξέλιξη στο «θέμα Κουφοντίνα». Αλλά η αντιπολίτευση, και δη η αξιωματική, δεν δείχνει να λαμβάνει υπόψη της την κοινωνία. Δεν την ενδιαφέρει και τόσο η ζώσα πραγματικότητα όσο το ότι, κατά την αντίληψή της, τα θέματα Κουφοντίνα και Λιγνάδη θα πλήξουν την κυβέρνηση.
Τα ευρήματα των τελευταίων δημοσκοπήσεων όμως, όπως η τελευταία της Opinion για την «Political», δεν δείχνουν να επιβραβεύουν αυτές τις στρατηγικές τους επιλογές. Αντίθετα, αποκρυπτογραφώντας τις τάσεις που καταγράφονται στην κοινή γνώμη, αντιλαμβάνεται κανείς γιατί η κυριαρχία της ΝΔ και του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν είναι επίπλαστη και ευκαιριακή. Η επικράτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη και η αποδοχή που απολαμβάνει εύκολα ερμηνεύονται. Οφείλονται στις ιδέες και στις απόψεις τις οποίες πρεσβεύει, καθώς και στον τρόπο που κυβερνά, αλλά κυρίως στην επαφή του με τη ζώσα πραγματικότητα. Χειρίστηκε και εξακολουθεί να χειρίζεται το μέγιστο πρόβλημα της πανδημίας με σοβαρότητα και αποτελεσματικότητα, αναγνωρίζοντας τα όποια λάθη και παραλείψεις έχουν σημειωθεί κατά τη διαχείρισή της. Mε την ίδια σοβαρότητα και ακολουθώντας το πνεύμα του νόμου αντιμετωπίζει και τις άλλες «παράπλευρες» υποθέσεις.
Γενικώς δείχνει ότι βρίσκεται σε αρμονία με τις επικρατούσες αντιλήψεις – ιδεολογικοπολιτικές, ακόμη και πολιτισμικές. Και ηγεσία που μπορεί να ενσαρκώσει και να εκφράσει τις ανάγκες της εποχής της διασφαλίζει απήχηση, επιρροή και κυριαρχία.
του Φώτη Σιούμπουρα
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο





