Στην εκτίμηση ότι, με βάση την αυξανόμενη πορεία των εμβολιασμών στη χώρα μας, έως το τέλος Ιουνίου το 50% των ενηλίκων πολιτών θα έχει εμβολιαστεί έστω με την πρώτη δόση εκφράζει, μιλώντας στο «Π», ο υφυπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης, αρμόδιος για την Απλούστευση Διαδικασιών, Γιώργος Γεωργαντάς. Ο κ. Γεωργαντάς τονίζει ότι η Ελλάδα βρίσκεται το τελευταίο διάστημα στην πρώτη θέση των ημερήσιων εμβολιασμών, σε αναλογία πληθυσμού, εν σχέσει με χώρες των G7 ή των G20, ενώ ήδη το 13% του πληθυσμού έχει εμβολιαστεί και με τις δύο δόσεις.
Υπογραμμίζει ότι η Ελλάδα έδειξε ότι μπορεί να διαχειριστεί με αποτελεσματικότητα ίσως το πιο σύνθετο project εμβολιαστικής αλυσίδας στα χρόνια μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ τονίζει ότι, με δεδομένη την άρση των περιορισμών που ανακοινώθηκε, «η κυβέρνηση προετοιμάζεται για ένα συνολικό “restart”, μια επανεκκίνηση σε κάθε επίπεδο».
Κύριε υπουργέ, πώς προχωρά η επιχείρηση «Ελευθερία», από τη στιγμή που σε μεγάλο βαθμό λύθηκε το πρόβλημα επάρκειας εμβολίων; Είστε ευχαριστημένοι από την έως τώρα πορεία του εμβολιασμού; Και ποιοι είναι οι επόμενοι στόχοι από εδώ και πέρα;
Κύριε Ευγενίδη, στην ερώτηση αυτή απαντούν πρωτίστως τα στοιχεία και τα διεθνή συγκριτικά δεδομένα. Νωρίτερα αυτή την εβδομάδα, είδαμε την Ελλάδα να καταφέρνει να βρίσκεται στην πρώτη θέση στους ημερήσιους εμβολιασμούς, σε αναλογία πληθυσμού, συγκριτικά με χώρες πολύ πιο αναπτυγμένες, με ισχυρότερες δομές και κρατικούς μηχανισμούς και βαρύτερη βιομηχανία, ξεπερνώντας ακόμη και κράτη που ανήκουν στους G7 και στους G20, όπως τις ΗΠΑ, τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Επιπλέον, η Ελλάδα βρίσκεται στην 8η θέση ανάμεσα στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσον αφορά το ποσοστό του πληθυσμού που είναι εμβολιασμένο. Οι αριθμοί, λοιπόν, μιλούν από μόνοι τους. Έχουμε ήδη πραγματοποιήσει πάνω από 4 εκατομμύρια εμβολιασμούς, πάνω από 2,6 εκατομμύρια πολίτες έχουν κάνει τουλάχιστον την πρώτη δόση, ενώ 1.400.000 έχουν κάνει και τις δύο δόσεις. Δηλαδή πάνω από το 13% του συνολικού πληθυσμού της χώρας μας έχει ολοκληρώσει τον εμβολιασμό του. Συνεχίζοντας σε αυτόν τον ρυθμό, με στοχοθεσία και συντονισμό μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών, μπορώ να σας πω ότι, έως το τέλος του Ιουνίου, περισσότερο από το 50% των ενηλίκων στη χώρα μας θα έχει κάνει κατ’ ελάχιστο την πρώτη δόση του εμβολίου ενάντια στη νόσο.
Το ελληνικό κράτος είχε, ας το πούμε έτσι, «κακό όνομα» ως προς την αποτελεσματικότητα, ιδίως για σύνθετα projects. Τι άλλαξε και όλοι αναγνωρίζουν τόσο την οργάνωση όσο και την αποτελεσματικότητα της επιχείρησης «Ελευθερία»;
Νομίζω ότι είναι πλέον προφανές πως πρόκειται όντως για μια αλλαγή παραδείγματος όσον αφορά τη λειτουργία της κρατικής μηχανής απέναντι στην αντιμετώπιση και τη διαχείριση κρίσεων. Μια αλλαγή που αφορά στον πυρήνα της τον σχεδιασμό και την υλοποίηση δημοσίων πολιτικών. Η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός προσωπικά επέλεξαν, από την πρώτη στιγμή, να εφαρμόζουν πολιτικές οι οποίες βασίζονται στην επιστημονική γνώση, στις βέλτιστες πρακτικές, στα δεδομένα, τα οποία, στην περίπτωση της πανδημίας ήταν συνεχώς μεταβαλλόμενα. Η κυβέρνηση δεν έμεινε λοιπόν ούτε στιγμή πίσω. Καθ’ όλη τη διάρκεια της κρίσης, υπήρχαν κεντρικός συντονισμός και δράση, προκειμένου να ανταποκρινόμαστε συνεχώς στις νέες ανάγκες της συγκυρίας. Τόσο στην περίπτωση της εμβολιαστικής εκστρατείας όσο και στη διαχείριση της πανδημίας σε επίπεδο υγειονομικό, οικονομικό, κοινωνικό. Γιατί, ας μην το ξεχνάμε, πέρα από την προστασία της δημόσιας υγείας, έπρεπε ταυτόχρονα να υποστηρίξουμε τον παραγωγικό ιστό της χώρας. Και νομίζω ότι τα καταφέραμε. Όπως ακριβώς έγινε και με την επιχείρηση «Ελευθερία», πράγμα το οποίο αποδεικνύουν τόσο τα στατιστικά που σας ανέφερα πρωτύτερα όσο και η ίδια η εμπειρία ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας. Στέλνουμε, λοιπόν, ένα ισχυρό μήνυμα: Στην πιο πολύπλοκη επιχείρηση εφοδιαστικής αλυσίδας, που έχουμε κληθεί να διεκπεραιώσουμε στα χρόνια μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ελλάδα τα κατάφερε εξαιρετικά.
Έχετε πει ότι αυτή η επιτυχία αλλάζει τη σχέση πολίτη – κράτους. Σύμφωνοι, υπό την έννοια ότι οι πολίτες πλέον θα έχουν περισσότερες προσδοκίες. Τι σημαίνει, λοιπόν, αυτό στην πράξη; Τι μας κληροδοτεί όλη αυτή η κατάσταση;
Νομίζω ότι η επιτυχία της όλης επιχείρησης απέδειξε τις δυνατότητες τόσο του ελληνικού κρατικού μηχανισμού όσο και της ελληνικής κοινωνίας συνολικά. Δράσαμε με σχέδιο, με προγραμματισμό, με αυτοπεποίθηση. Και καταφέραμε να υπερβούμε τις δυσκολίες της συγκυρίας και να φέρουμε την ελευθερία μας ένα βήμα πιο κοντά. Έχω πει ότι η επιχείρηση «Ελευθερία» είναι ο καθρέφτης της Ελλάδας τού μέλλοντος. Κι αυτό, γιατί έθεσε το θεμέλιο για να παγιωθεί μια συνολική νοοτροπία άσκησης πολιτικής, η οποία θα ευθυγραμμίσει την Ελλάδα με τις απαιτήσεις του αιώνα μας. Με τον ίδιο τρόπο που ανταποκριθήκαμε στην πρόκληση του σήμερα, θα πρέπει να ανταποκριθούμε και στις προκλήσεις που φέρνει η εποχή μετά την πανδημία.
Τώρα, όσον αφορά τη σχέση κράτους – πολίτη, που αναφέρατε, ναι, όντως αλλάζει. Κι αυτό γιατί, για πρώτη φορά, ο πολίτης αντιλήφθηκε το κράτος ως λύση και όχι ως εμπόδιο. Και αυτό αυξάνει την εμπιστοσύνη των πολιτών έναντι των θεσμών και των διαδικασιών του Δημοσίου. Άλλωστε, το έχει πει και ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης: Σήμερα εμπιστευόμαστε το κράτος περισσότερο από ό,τι το εμπιστευόμασταν πριν από έναν χρόνο. Η εμπιστοσύνη αυτή θέτει τα θεμέλια για την αποτελεσματικότερη ανασυγκρότηση της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας στη φάση που θα έρθει, όταν θα έχουμε αφήσει οριστικά πίσω μας την υγειονομική κρίση. Για αυτό και τη θεωρώ το σημαντικότερο κληροδότημα της σημερινής κυβερνητικής πολιτικής.
Πριν από μερικές μέρες ανακοινώθηκε μια γενναία άρση περιορισμών από την κυβέρνηση εν όψει του θέρους και, ας ελπίσουμε, για τα καλά. Ποια θα είναι η συνέχεια; Και ποιες είναι οι προκλήσεις από εδώ και πέρα;
Όπως προανέφερα, έχουμε θέσει τα θεμέλια για την είσοδο της Ελλάδας σε μια νέα κανονικότητα, σε μια τροχιά ανάπτυξης. Η κυβέρνηση προετοιμάζεται για ένα συνολικό «restart», μια επανεκκίνηση σε κάθε επίπεδο. Σε αυτό το «restart» εντάσσονται, για παράδειγμα, το νέο εργασιακό νομοσχέδιο και οι σημαντικές τομές που φέρνει. Σε αυτό το «restart» εντάσσεται η πρωτοπορία της Ελλάδος στον τομέα του 5G. Σε αυτό το «restart» εντάσσεται η απλούστευση πλήθους διαδικασιών του Δημοσίου, η οποία ενδυναμώνει τον πολίτη και ταυτόχρονα δημιουργεί ένα περιβάλλον φιλικό προς τους επενδυτές και την επιχειρηματικότητα εν γένει. Σε αυτό το restart» εντάσσεται το σχέδιο «Ελλάδα 2.0», μέσα από το οποίο η χώρα μας θα εκσυγχρονιστεί συνολικά. Το διακύβευμα είναι λοιπόν μια νέα Ελλάδα, χωρίς εκκρεμότητες, με πολλές ευκαιρίες για όλους.
Συνέντευξη στον Γιώργο Ευγενίδη
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο






