Οι επόμενοι μήνες θα είναι κρίσιμοι για τη βαλκανική διάσταση της εξωτερικής μας πολιτικής. Στα Σκόπια, μια νέα κυβέρνηση έχει αλλάξει τη ρητορική της και μοιάζει έτοιμη να προχωρήσει σε μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης και ενδεχομένως σε έναν ρεαλιστικό συμβιβασμό για την ονομασία.
Η Αθήνα κρατάει το «ευρωπαϊκό» χαρτί και το «χαρτί του ΝΑΤΟ» και μπορεί να πιέσει για μία λύση εφ’ όλης της ύλης, που θα διασφαλίζει τα ελληνικά ζωτικά συμφέροντα. Και με την Αλβανία διαφαίνεται, παρά τις άστοχες και προκλητικές κινήσεις της κυβέρνησης των Τιράνων, όπως αυτή της κατεδάφισης σπιτιών και της αρπαγής εκτάσεων Βορειοηπειρωτών, αλλά και η έγερση θέματος Τσάμηδων, ότι υπάρχει έδαφος για να βρεθούν λύσεις σε προβλήματα (μειονοτικά και υφαλοκρηπίδα) που λιμνάζουν εδώ και δεκαετίες.
Δεν θα είναι μια εύκολη υπόθεση, ούτε το θέμα των Σκοπίων ούτε η διαπραγμάτευση με την Αλβανία. Ακολουθώντας όμως μια συνολική στρατηγική ασφάλειας στην περιοχή των Βαλκανίων, μια στρατηγική που θα εξυπηρετεί τα εθνικά μας συμφέροντα, μπορούμε να κλείσουμε τα μέτωπα, ειδικά στα βόρεια σύνορά μας.
Αρκεί να αποφασίσουμε και εμείς τι θέλουμε. Όσον αφορά το πρόβλημα με την ΠΓΔΜ οφείλουμε να το δούμε ως μέρος της εθνικής μας στρατηγικής και όχι μεμονωμένα. Και τούτο για τον πρόσθετο λόγο ότι το κράτος της ΠΓΔΜ βρίσκεται σε δεινή πολιτική και οικονομική θέση, ενώ διακινούνται διάφορα σενάρια για το μέλλον του. Από κάθε πλευρά, εξυπηρετεί την εθνική πολιτική για την ασφάλεια η ύπαρξη ενός ισχυρού και αξιόπιστου γείτονα στα βόρεια σύνορά μας, που να μετέχει στους διεθνείς Οργανισμούς, παρά ενός κράτους ευεπίφορου σε κάθε πίεση ή προστασία. Διότι ένα τέτοιο κράτος μπορεί να είναι εύκολος στόχος για οποιονδήποτε, όπως π.χ. το ιδεολόγημα της «Μεγάλης Αλβανίας», της «Μεγάλης Βουλγαρίας» ή το λεγόμενο «μουσουλμανικό τόξο».
Το πρόβλημα βεβαίως δεν είναι απλό. Ούτε πρέπει να επιλυθεί όπως-όπως, αποδεχόμενοι κατ’ αρχήν και επίσημα τη διαστρέβλωση της πραγματικότητας, όπως αποκάλυψε ο Σκοπιανός πρωθυπουργός, ο οποίος είπε ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός αποδέχθηκε ότι και οι Σκοπιανοί είναι απόγονοι του Μέγα Αλέξανδρου και κληρονόμοι του μακεδονικού πολιτισμού και δεν είναι ένα βουλγαροσλαβικό φύλο, που κατέβηκε στη χώρα 900 χρόνια μετά τον Μέγα Αλέξανδρο, όπως είναι η πραγματικότητα και την οποία ομολογούσε δημόσια ο ιστορικός ηγέτης τους Κίρο Γκλιγκόροφ.
Συμφωνούμε δηλαδή στη δημιουργία ενός μακεδονικού ψευτοέθνους, με μια ψευτοïστορία που, για να υπάρξει, στηρίζεται σε ιστορικά ψέματα και σε έναν άκρατο εθνικισμό! Γι’ αυτό και είναι σημαντικό να προσεχθούν οι εγγυήσεις, που θα δοθούν, αλλά και οι διατυπώσεις στα κείμενα των συμβάσεων, ώστε να εξασφαλιστεί στο μέτρο του δυνατού ότι οι αλλαγές που θα συμφωνηθούν στο Σύνταγμα της ΠΓΔΜ, στη νομοθεσία της και στο εκπαιδευτικό της σύστημα, ή όπου αλλού, θα είναι πάγιες και δεν θα εξαρτώνται από κάθε πολιτική αλλαγή.
Η ενδεχόμενη συμφωνία δεν θα πρέπει να αφορά μόνον την αλλαγή της ονομασίας και την απάλειψη, π.χ., του ονόματος «Μέγας Αλέξανδρος» από το αεροδρόμιο των Σκοπίων, όπως είπε ο πρωθυπουργός της γειτονικής χώρας.
Πρέπει να απαλειφθούν από το Σύνταγμά τους αλυτρωτικές αναφορές και επιθετικά μυθεύματα, αλλά και από τα σχολικά τους βιβλία διδαχές του τύπου:
· Οι αρχαίοι Μακεδόνες δεν ήσαν Έλληνες.
· Τον Μακεδονικό Αγώνα 1903-1908 διεξήγαγαν κατά των Ελλήνων οι Μακεδόνες και όχι οι Βούλγαροι κομιτατζήδες.
· «Το 52% της Ενιαίας Μακεδονίας είναι η Εγκέιτσκα [Αιγαιατική] Μακεντόνια, την οποία η Ελλάδα το 1923 αποίκισε με Έλληνες πρόσφυγες της Ανατολής και νόθευσε την εθνική ομοιογένεια των Μακεδόνων»….
Όλα αυτά πρέπει να τα έχουν υπόψη τους όλοι όσοι τις τελευταίες ημέρες συζητούν έτσι απλά για επίλυση μόνον του προβλήματος «ονομασία» και να αγνοούν όλα τα άλλα «αλυτρωτικά». Οι επόμενοι μήνες θα προσφέρουν τώρα ευκαιρίες για να διαπιστωθεί εάν η νέα ηγεσία των Σκοπίων θέλει πραγματικά μια έντιμη λύση και αν εμείς είμαστε έτοιμοι για έναν συμβιβασμό που θα διασφαλίζει τα εθνικά μας συμφέροντα.
Το τραγικό όμως θα είναι να εμπλακεί το Σκοπιανό, και όλα τα άλλα θέματα με τις γειτονικές χώρες που παραμένουν ανοικτά, στην εσωτερική πολιτική ατζέντα. Έχει συμβεί πολλάκις στο παρελθόν –και το πληρώσαμε ακριβά– όταν κάθε κόμμα προσπαθούσε να είναι πιο σκληρό από το άλλο δημοσίως, παρότι συμφωνούσε σε όλα πίσω από κλειστές πόρτες.
Στην παρούσα φάση διαφαίνεται μία ευνοϊκή συγκυρία για πιθανή επίλυση του Σκοπιανού προβλήματος. Αλλά η λύση απαιτεί ευρείες πολιτικές συναινέσεις και στις δύο χώρες. Και το θέμα είναι πολύ σοβαρό για μικροκομματικά παιχνίδια.
Άρθρο του Φώτη Σιούμπουρα
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο που κυκλοφόρησε το Σάββατο 13/1





