Για εκνευρισμό της Τουρκίας και του Ταγίπ Ερντογάν από τις πρόσφατες ελληνικές πρωτοβουλίες, όπως η ΑΟΖ με την Αίγυπτο, κάνει λόγο μιλώντας στο «Π» ο βουλευτής της Ν.Δ. και καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Δημήτρης Καιρίδης.
Συνέντευξη στον Γιώργο Ευγενίδη
Ο κ. Καιρίδης υπογραμμίζει ότι η γείτων αιφνιδιάστηκε από την αποφασιστική στάση και την κινητικότητα της Ελλάδας, ενώ υπογραμμίζει ότι θα πρέπει να υπάρξει και μια ουσιαστική κινητοποίηση της Ευρώπης στη νοτιοανατολική Μεσόγειο, καθώς δεν μπορεί να αφήσει την Τουρκία να τη «στραγγαλίσει» σε μια περιοχή με στρατηγικά συμφέροντα.
Πώς «διαβάζετε» αυτή τη διαρκή τακτική των προκλήσεων της Τουρκίας με το «Ορούτς Ρέις»; Σε τι πραγματικά αποσκοπεί ο Ερντογάν, βγάζοντας το πλοίο από την Αττάλεια;
«Ο Ερντογάν εκνευρίστηκε με τις ελληνικές πρωτοβουλίες. Αποφάσισε να αντιδράσει με αφορμή την υπογραφή της ελληνοαιγυπτιακής ΑΟΖ. Έχει απέναντί του μια δυσαρεστημένη
κοινή γνώμη και πολλά εσωτερικά προβλήματα, έχει το ιδεολόγημα της Γαλάζιας Πατρίδας και θεωρεί ότι μπορεί να πιέσει την Ελλάδα νοτίως του Καστελόριζου».
Αυτή είναι μια προβολή ισχύος; Είναι ένα βήμα πριν από ένα επόμενο βήμα; Πρέπει να περιμένουμε κάτι πιο απτό;
«Πάντα ελλοχεύει ο κίνδυνος, ιδίως όταν έχουμε τέτοια κινητοποίηση ναυτικών δυνάμεων. Γι’ αυτό είναι κρίσιμο να υπάρξει η παρέμβαση του διεθνούς παράγοντα και των Ευρωπαίων, γιατί όποια καθυστέρηση οδηγεί στην αποθράσυνση του Ερντογάν. Από εκεί και πέρα, εμείς στέλνουμε το μήνυμα της ισχυρής αποτροπής για να μην υπάρξει καμιά παρεξήγηση στην Άγκυρα ότι δεν επιτρέπουμε έρευνες εντός ελληνικής υφαλοκρηπίδας και πως αυτή είναι η κόκκινη γραμμή που δεν θα αφήσουμε να παραβιαστεί».
Αυτές οι κόκκινες γραμμές είναι σαφείς στους εταίρους μας, αλλά και στον Ερντογάν;
«Είναι μια διαρκής προσπάθεια να παραμείνουν σαφείς και κόκκινες. Στη διπλωματία, όπως ξέρετε, τίποτα δεν είναι δεδομένο. Τα πάντα αλλάζουν, γιατί έχεις να κάνεις με διαφορετικές κυβερνήσεις, διαφορετικούς συσχετισμούς κοκ. Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, όμως, κρίνοντας από την αντίδρασή της στον Έβρο, από την υπογραφή της ελληνοϊταλικής και της ελληνοαιγυπτιακής συμφωνίας για την ΑΟΖ, αλλά και από την αντίδραση στην προηγούμενη τουρκική Navtex, έχει δείξει την αποφασιστικότητά της, η οποία αποτελεί και προϋπόθεση για την κινητοποίηση των Ευρωπαίων. Γιατί, αν εμείς χαλαρώσουμε και δεν δείξουμε την πρέπουσα αποφασιστικότητα, κανείς δεν πρόκειται να κάνει τη δουλειά
για εμάς».
Αυτό σημαίνει ότι οι συμμαχίες μας είναι ενεργές; Υπάρχουν παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν τον Ερντογάν, ώστε να μην προχωρήσει στη δημιουργία τετελεσμένου;
«Η Τουρκία πάσχει από το σύνδρομο της υπερέκτασης. Αυτό δημιουργεί αντισυσπειρώσεις και μεγάλες ευκαιρίες για την ελληνική διπλωματία. Στόχος μας είναι να επιτείνουμε το κόστος αυτής της υπερέκτασης και να εμβαθύνουμε τις αντιτουρκικές συσπειρώσεις. Η Τουρκία θα πρέπει να βρίσκει παντού και πάντα τείχος. Και αυτό αφορά αραβικές χώρες, το Ισραήλ, τις ΗΠΑ. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όλα αυτά συμβαίνουν μέσα σε ένα πρωτόγνωρο καθεστώς αποσταθεροποίησης του διεθνούς συστήματος, συμπεριλαμβανομένης και της προεδρίας Τραμπ και της οπισθοχώρησης από την ενεργό παρουσία της Αμερικής στην περιοχή».
Αυτό το «διαβάζει» ο Ερντογάν ως παράθυρο ευκαιρίας;
«Απολύτως. Αυτό που γίνεται σήμερα στη Μέση Ανατολή είναι αδιανόητο για τα δεδομένα του μεταπολεμικού κόσμου. Είναι η Τουρκία και η Ρωσία που επιβάλλουν στη Συρία και τη
Λιβύη, τη απουσία ή με το πράσινο φως των Αμερικανών. Γι’ αυτό, αυτή τη φορά ήταν οι Γερμανοί που πήραν την πρωτοβουλία αποκλιμάκωσης της ελληνοτουρκικής έντασης μέσω
της κυρίας Μέρκελ. Αυτό δεν το είχαμε στο παρελθόν. Στο παρελθόν είχαμε τον Κλίντον, τον Χόλμπρουκ, τον Βανς. Νομίζω ότι, και μετά τον Τραμπ, η Αμερική δεν θα είναι η ίδια όπως στο παρελθόν, γι’ αυτό είναι απαραίτητο να χειραφετηθεί η Ευρώπη και πρέπει μαζί με τους Γάλλους να τη ρυμουλκήσουμε, όπως έγινε με το Ταμείο Ανάκαμψης, στη γεωστρατηγική Ευρώπη, εδώ στον Νότο. Είναι ένας αγώνας δύσκολος, γιατί υπάρχει αδράνεια, μια Γερμανία που δεν έχει αυτή την προϊστορία, αλλά πρέπει να το κάνει, γιατί η Ευρώπη έχει συμφέροντα. Δεν μπορεί να αφήσει την Τουρκία να τη στραγγαλίσει. Διότι η Τουρκία προσπαθεί να επιβάλει έλεγχο στην Ερυθρά Θάλασσα, στη Βόρεια και την Ανατολική Αφρική, με βάσεις στη Σομαλία, με το πόδι στη Λιβύη. Δεν είναι μόνο η Ανατολική Μεσόγειος – επιδιώκει να ελέγξει μια από τις πιο κομβικές εμπορικές αρτηρίες μέσω Σουέζ όλης της ναυσιπλοΐας προς την Ευρώπη. Αυτό πρέπει να εξηγηθεί στους Ευρωπαίους, ότι αυτά τα κεφαλαιώδη συμφέροντα δεν μπορούν να αφεθούν στα χέρια κάποιου που στην Αγία Σοφία έκανε όσα έκανε, με τη
χαντζάρα στα χέρια».
Θεωρείτε ότι η ελληνική αντίδραση στην προβολή ισχύος του Ερντογάν ήταν η κατάλληλη; Διότι η αντιπολίτευση μιλά για τετελεσμένη παραβίαση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων και για κενό στρατηγικής.
«Κατανοώ την ανάγκη της αντιπολίτευσης για αντιπολίτευση. Είναι και αυτό μέρος του δημοκρατικού παιχνιδιού. Θεωρώ ότι, σε γενικές γραμμές, υπάρχει μια συναντίληψη, και αυτό είναι σημαντικό και πρέπει να το διαφυλάξουμε. Από εκεί και πέρα, θεωρώ ότι είναι απολύτως αποτελεσματική η ελληνική αντίδραση. Άλλωστε, οι τουρκικές ενέργειες έρχονται ως προϊόν εκνευρισμού της τουρκικής κυβέρνησης από τις ενέργειες της ελληνικής κυβέρνησης. Η Τουρκία έχει αιφνιδιαστεί, γιατί για πρώτη φορά συναντά μια κυβέρνηση που δεν αμύνεται – βγαίνει δυναμικά στο πεδίο, παίρνει πρωτοβουλίες, υπογράφει συμφωνίες. Είδατε στον Έβρο, στο Αιγαίο. Αυτό είναι κάτι που δεν είχαν συνηθίσει οι Τούρκοι. Ταυτόχρονα, πρέπει να υπογραμμίσω την ανάγκη, δίπλα στην αποφασιστικότητα, να υπάρξει και ψυχραιμία. Δεν θα πρέπεινα κάνουμε κάτι που να υπονομεύσει τις διεθνείς μας συμμαχίες, που είναι παράγων
εθνικής ισχύος. Χρειάζεται ψυχραιμία, η πονηριά του Έλληνα – δεν υπάρχει χώρος για συναίσθημα. Κατανοώ την αγανάκτηση των συμπολιτών μας απέναντι στον τουρκικό πόλεμο νεύρων, αλλά τώρα είναι η ώρα της εξυπνάδας, του σχεδιασμού και της ψύχραιμης κίνησης».
Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα Παρασκήνιο






