Όλες οι κυβερνήσεις, μετά από μια μεγάλη εκλογική νίκη, διακατέχονται, δικαιολογημένα, από την αίσθηση της παντοδυναμίας. Η οποία παντοδυναμία με την πάροδο του χρόνου σκιάζεται από την πάντα αναμενόμενη μεγάλη ή μικρή φθορά.
Για όλες τις κυβερνήσεις έρχεται κάποια στιγμή ένα σημείο καμπής, που, αν το ξεπεράσουν, δεν έχει γυρισμό. Το σημείο αυτό όμως έχει έρθει για τη σημερινή κυβέρνηση, όπως «προέβλεψε» προ ημερών ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης… βοηθούσης και της προέδρου του άλλοτε κραταιού Κινήματος;
Δεν είναι οι τελευταίες δημοσκοπήσεις που δεν συμφωνούν με τις… προβλέψεις της αντιπολίτευσης. Είναι κυρίως η αίσθηση που αποκομίζει κανείς, περιδιαβαίνοντας πλατείες, δρόμους, χώρους εργασίας και τα «καφενεία» των social media. Ναι, επικρατεί παντού μια ανησυχία, μια αγωνία για το αύριο.
Υπάρχει ένας θυμός, μια «αντάρα». Nαι, καταγράφεται και μια κάποια φθορά της κυβέρνησης, συνεπεία ίσως αστοχιών, παλινωδιών και αντιφατικών μηνυμάτων, που εκπέμπονται. Πόρρω απέχουν όμως όλα αυτά από το «σημείο καμπής» στο οποίο βρίσκεται η κυβέρνηση, κατά πώς υποστηρίζει η αντιπολίτευση, η οποία και αδυνατεί να εισπράξει την όποια κυβερνητική φθορά.
Και επειδή η φθορά οφείλεται αποκλειστικά στην, όπως την ερμηνεύει κανείς, διαχείριση του Covid-19, αυτό σημαίνει πως, όταν η κατάσταση αρχίσει να ομαλοποιείται, τότε και οι δυσαρεστημένοι –όσοι είναι– στο μεγαλύτερο ποσοστό τους θα επιστρέψουν στο κόμμα τους. Και ο ΣΥΡΙΖΑ μαζί με το ΚΙΝΑΛ θα παραμείνουν στα γνωστά «σημεία καμπής».
Τα δύο αυτά κομματικά σχήματα φαίνεται ότι αδυνατούν να καταλάβουν τις αλλαγές στη χώρα και στην κοινωνία και η αντιπολίτευση που ασκούν, ειδικά ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι καχεκτική και μη υπολογίσιμη . Ο Αλέξης Τσίπρας, περιχαρακωμένος στον σκληρό πυρήνα του ΣΥΡΙΖΑ, αδυνατεί να εκφράσει τον αποκαλούμενο κεντροαριστερό χώρο. Έχει εγκλωβιστεί στη στείρα αντιπολίτευση των ηρωικών αντιμνημονιακών χρόνων, καταγγέλλοντας το lockdown, το κλείσιμο ή και το άνοιγμα του λιανεμπορίου, τα μέτρα προστασίας για τον κορονοϊό, τους λοιμωξιολόγους, το click away, τον Κικίλια, την Κεραμέως, τον Χρυσοχοΐδη, τον νόμο για την Αστυνομία στα ΑΕΙ, τα μέτρα στήριξης, τον σωφρονιστικό κώδικα, τη Μενδώνη, τη Νικολάου, την αξιολόγηση και τόσα άλλα.
Θεωρητικά υπάρχει πεδίο για το ΚΙΝΑΛ για να καλύψει τον αποκαλούμενο κεντροαριστερό χώρο. Όχι ότι θα είναι εύκολο, αφού ο Μητσοτάκης «κάνει παιχνίδι» στον χώρο του κέντρου και της Κεντροαριστεράς, με τις επιλογές των προσώπων που στελεχώνουν την κυβερνητική ομάδα, με το ύφος του, την έμφασή του στην πρακτική και όχι στην ιδεολογική αντιμετώπιση των προβλημάτων και με τη μετριοπάθεια που επιδεικνύει.
Το ΚΙΝΑΛ όμως, αντί να αναπτύξει τον δικό του πολιτικό λόγο, τις δικές του θέσεις και απόψεις, το δικό του πρόγραμμα, βλέπουμε να οδηγείται στο αβέβαιο μέλλον, υποδυόμενο εσχάτως έναν ΣΥΡΙΖΑ plus. Ακόμα και σε θέματα εμβληματικά της κυβερνητικής του θητείας, που έχει κάθε λόγο να τα υπερασπίζεται (άσυλο: νόμος Διαμαντοπούλου για την Παιδεία, Κουφοντίνας: σύλληψη επί των ημερών του των τρομοκρατών-μελών της «17 Νοέμβρη»), ταυτίζεται με τον ΣΥΡΙΖΑ σε οξεία αντικυβερνητική κριτική.
Μια κριτική όμως, που, όπως τουλάχιστον δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, ελάχιστη ανταπόκριση βρίσκει στον λαό, ο οποίος στην πλειοψηφία του, αρκούντως ταλαιπωρημένος, χρειάζεται ελπίδα για σταθερότητα και δημιουργία. Και αυτή δεν τη φέρνουν η αλλοπρόσαλλη αντιπολίτευση και η ανερμάτιστη επένδυση μόνο στο θυμικό των ψηφοφόρων. Αλλά εσχάτως και, κατά «ΣYΡΙΖΑ plus », στα… πολιτικά φρονήματα του Κολοκοτρώνη και του Μακρυγιάννη.
Αντιπολίτευση όμως αυτής της μορφής θα αποδειχθεί αργότερα ότι είναι και εκλογικά ατελέσφορη.
του Φώτη Σιούμπουρα
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο





