Συνεντεύξεις

Ευάγγελος Βενιζέλος στο «Π»: Άλλοι οφείλουν να ζητήσουν συγγνώμη

Με τον πληθωρικό του λόγο να ξεδιπλώνεται στο έπακρο, ο Ευάγγελος Βενιζέλος αναφέρεται στο «Π» σε όλα εκείνα τα γεγονότα τα οποία, κατά πολλούς, ζημίωσαν τη δημοφιλία του. Και τονίζει κατηγορηματικά: «Δεν μετανιώνω για τίποτα. Μιλούσα και μιλώ με ειλικρίνεια, πορεύτηκα πάντοτε και πορεύομαι με βάση αξίες και ιδεολογίες, κόντρα στη λογική εκείνων που θεωρούν επιτυχημένο όποιον προστατεύει τον εαυτό του. Δεν με αγγίζουν τα αμερικανικά κριτήρια επικοινωνίας»…

Η συζήτηση γίνεται για το Ζάππειο και για ό,τι προέκυψε από την επιβλητική παρουσία του στον εν λόγω χώρο, το βράδυ της ήττας του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του 2007, αλλά και για όλα τα γεγονότα που ακολούθησαν εκείνη την ιστορική στιγμή στα εσωτερικά του άλλοτε κραταιού κόμματος. Από το βράδυ της 12ης Οκτωβρίου 1993, όταν το όνομά του ανακοινώθηκε στη θέση του υφυπουργού Προεδρίας-κυβερνητικού εκπροσώπου της νέας (τότε) κυβέρνησης του Ανδρέα Παπανδρέου, όλα έδειχναν ότι ο 36χρονος πρωτοεκλεγείς βουλευτής θα ακολουθούσε τη δική του, ευδιάκριτη διαδρομή, που θα τον οδηγούσε σε υψηλότερα σκαλοπάτια.

Από την παιδική του ηλικία (γεννήθηκε την Πρωτοχρονιά του 1957) υπήρξε αφοσιωμένος στη μελέτη και στη μεθοδολογία. Συνομήλικοι γείτονές του από την περιοχή των Αμπελοκήπων της συμπρωτεύουσας τον θυμούνται ζεστά καλοκαιρινά απογεύματα να μην παίζει συχνά μαζί τους μπάλα στην αλάνα, αλλά να διαβάζει εξωσχολικά βιβλία στο μπαλκόνι, με τη συντροφιά του παππού του. Πρώτος μαθητής στα θρανία τόσο του 41ου Δημοτικού Σχολείου Θεσσαλονίκης όσο και του 2ου Λυκείου Αρρένων της πόλης, εισήχθη –με την πτώση της δικτατορίας– στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, μαζί με τους συμμαθητές του και συναδέλφους του, σήμερα, στην ακαδημαϊκή καριέρα, Βαγγέλη Βασιλακάκη και Χαράλαμπο Αποστολίδη.

Χείμαρρος των αμφιθεάτρων

Η πολιτικοποίησή του, λόγω του κλίματος της εποχής, υπήρξε σχεδόν άμεση. Συμμετείχε στο σχήμα της Δημοκρατικής Πορείας, που αποτελούσε τη φοιτητική έκφραση της Ένωσης Κέντρου – Νέες Δυνάμεις, η οποία ήταν το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, υπό την ηγεσία του Γεωργίου Μαύρου. Εκείνος, όμως, επηρεασμένος και από τον καθηγητή του και εκλεγμένο βουλευτή, τότε, Δημήτρη Τσάτσο, κινείτο περισσότερο στη λογική της δεύτερης συνιστώσας, εκείνης των «Νέων Δυνάμεων», και όχι σε αυτήν των παραδοσιακών Κεντρώων, που είχαν εκλέξει για αρχηγό τους τον αείμνηστο Μαύρο.

Εκεί, στα φοιτητικά αμφιθέατρα, θα συναντήσει πολλούς ακόμα που έγραψαν τη δική τους διαδρομή στη δημόσια ζωή. Ανάμεσά τους, τους συναδέλφους του, αργότερα, στα βουλευτικά και υπουργικά έδρανα, Χάρη Καστανίδη και Γιώργο Φλωρίδη (που κινούνταν στον χώρο της ΠΑΣΠ), τον κατά ένα έτος μεγαλύτερό του Ανδρέα Λοβέρδο (ΚΝίτη τότε), τον επί σειρά ετών βουλευτή του ΚΚΕ Θανάση Παφίλη, τον πρόσφατα αδικοχαμένο πρέσβη Άκη Αμοιρίδη αλλά και τον συνοδοιπόρο του σε εκείνους τους προβληματισμούς του Δημοκρατικού Σοσιαλισμού, Χάρη Ταγαρά.

Σε παλαιότερη αφήγησή του, ένας άλλος άνθρωπος των αμφιθεάτρων της εποχής, ο Θανάσης Ακριβόπουλος, που λειτουργού- σε τότε στο πλαίσιο της φοιτητικής παράταξης του ΚΚΕ-Εσωτερικού, έχει επισημάνει: «Τον Οκτώβριο του ’74 είμαι μέλος του Γραφείου Σπουδάζουσας του Ρήγα Φεραίου και με ειδοποιούν ότι τα πρωτάκια της Νομικής κάνουν συνέλευση. Εμείς τότε κάναμε κανονικό scouting για να βρούμε ταλέντα. Πάμε στη συνέλευση με έναν σύντροφο από τη Φυσικομαθηματική, τον Τάκη Λέντζο. Ξαφνικά, σηκώνεται ένας στρουμπουλός πιτσιρικάς και κάνει μια τρομερή ομιλία. Σαν να ακούς τον Βαγγέλη σήμερα. Κοιταζόμαστε με τον Τάκη και είναι σαν να λέμε “βρήκαμε το κελεπούρι”. Λίγο αργότερα, γίνονται οι συστάσεις. “Πώς σε λένε;”. “Βαγγέλη Βενιζέλο”. “Μπράβο, Βαγγέλη, καταπληκτική ομιλία”»…

Η Σοσιαλιστική Πρωτοβουλία

Πρωταγωνιστής των εξελίξεων του πολιτικού του χώρου, ο νεαρός Βαγγέλης θα ακολουθήσει τους αποσχισθέντες βουλευτές της ΕΚ-ΝΔ, Γεώργιο – Αλέξανδρο Μαγκάκη, Χαράλαμπο Πρωτοπαπά, Τάσο Μήνη και Τσάτσο, στην ίδρυση της Σοσιαλιστικής Πρωτοβουλίας. «Η σχέση μου μαζί τους ήταν περισσότερο επιστημονική», τονίζει στο «Π» σήμερα, αναφερόμενος όχι μόνο στον καθηγητή του, Τσάτσο, αλλά και στον πρόεδρο του κόμματος, τον επίσης αείμνηστο Μαγκάκη, ο οποίος ήταν διαπρεπής καθηγητής της Νομικής Αθηνών.

Παρότι πολύ νέος σε ηλικία, βρέθηκε και στο κεντρικό όργανο της Σοσιαλιστικής Νεολαίας Ελλάδας (της οργάνωσης Νέων της Πρωτοβουλίας) μαζί με τους μετέπειτα υπουργούς Γιώργο Ανωμερίτη και Φοίβο Ιωαννίδη, τον νυν πρόεδρο της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής Γιώργο Βερνίκο, τον Γιάννη Σεργόπουλο, που και εκείνος βρέθηκε μετά στο ΠΑΣΟΚ, τον φίλο του Ταγαρά, ενώ μαζί τους ήταν κι ένας ακόμα κατοπινός υπουργός, ο Χρίστος Βερελής. Η Σοσιαλιστική Πρωτοβουλία, πρώτη ελπιδοφόρα αλλά θνησιγενής προσπάθεια σύστασης Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος στην Ελλάδα, ναυάγησε μαζί με τη Συμμαχία Αριστερών και Προοδευτικών Δυνάμεων, στην οποία συνέπραξε με το ΚΚΕ-Εσωτερικού, την ΕΔΑ, τη Σοσιαλιστική Πρωτοβουλία (διαγραφέντες από το ΠΑΣΟΚ) και τη Χριστιανική Δημοκρατία. Το 2,7% που έλαβε το σχήμα στις εκλογές της 20ής Νοεμβρίου 1977, εκλέγοντας μόνο δύο βουλευτές (τον ηγέτη του, πρόεδρο της ΕΔΑ Ηλία Ηλιού και τον Λεωνίδα Κύρκο του ΚΚΕ-Εσωτερικού), σκότωσε το «όνειρο».

Ψήφος Αλευρά

Στο τελευταίο έτος της Νομικής, ο Βαγγέλης, μετά το εκλογικό κάζο, συνέχισε τη δράση του στα αμφιθέατρα, αλλά διάβαζε και πολύ για το πτυχίο, το οποίο πήρε «στην ώρα του». Ακολούθησε ο δρόμος προς την ακαδημαϊκή καριέρα: Μεταπτυχιακά στο Paris II (1978), διδάκτωρ της Νομικής του ΑΠΘ (1980), υφηγητής της ίδιας σχολής (1984) και μετά καθηγητής, πάντα εκεί, του Συνταγματικού Δικαίου.

Όλα αυτά τα χρόνια, η σχέση του με την πολιτική ήταν επιστημονική, αλλά και δυναμική σε μείζονα ζητήματα: Η τοποθέτησή του υπέρ της ψήφου Αλευρά κατά τη διαδικασία εκλογής του Χρήστου Σαρτζετάκη στην Προεδρία της Δημοκρατίας, κόντρα στις γνωματεύσεις «κολοσσών» της επιστήμης συναδέλφων του, αλλά και η ξεκάθαρη στάση του υπέρ του Ανδρέα Παπανδρέου στις παραπομπές του ’89, είναι τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα.

Συνομιλίες με τον Ανδρέα

Η τελευταία, δε, ήταν εκείνη που τον έφερε κοντά στον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, σε μια συνάντηση που έγινε στην πρώτη κατοικία του ηγέτη στην Εκάλη, στην οδό Ανεμώνης, παρουσία του Κώστα Λαλιώτη. Η επιστροφή του Ανδρέα και του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, μετά τις κάλπες του 1993, τον βρίσκουν όχι μόνο μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Κινήματος, στην οποία είχε εκλεγεί τρία χρόνια νωρίτερα, αλλά και πρώτο σε σταυρούς βουλευτή Α’ Θεσσαλονίκης. Άφησε πίσω τα «μεγαθήρια» της εν λόγω περιφέρειας, Παπαθεμελή, Καστανίδη και Τσοχατζόπουλο, παρότι έμπαινε στη συγκεκριμένη μάχη για πρώτη φορά.

«Η μάχη εκείνη έτρεξε μόνη της, χωρίς καλά – καλά να το καταλάβω, και ήταν και ολιγοήμερη, λόγω της πτώσης της κυβέρνησης Μητσοτάκη», λέει στο «Π», στο οποίο αφηγείται πώς ο Ανδρέας Παπανδρέου τού ανακοίνωσε τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση: «Βαγγέλη, πρέπει να είμαστε μαζί στο κεντρικό επιτελείο. Θα είσαι ο νέος κυβερνητικός εκπρόσωπος».

«Να τα πείτε εσείς αυτά»

Επί των ημερών του παρατηρούνταν συνωστισμός δημοσιογράφων στο λεγόμενο briefing της οδού Ζαλοκώστα. Ήταν ένα ιδιότυπο στοίχημα μεταξύ του ιδίου και εκείνων για το ποιος θα επικρατούσε στις εντυπώσεις. Και από τότε δημιουργήθηκε η ιδιότυπη σχέση του με τους πολιτικούς συντάκτες. Άλλοι αναγνώριζαν ιδιοφυΐα, άλλοι πατερναλιστικό λόγο, κάποιοι και τα δύο μαζί. Και αυτή η σχέση, με τις όποιες διακυμάνσεις της, διατηρείται έτσι μέχρι σήμερα! Είναι σαφές ότι για χάρη του ο Ανδρέας προχώρησε στη σύσταση αυτοτελούς υπουργείου Τύπου (Ιούλιος 1994) και τότε απέκτησε και επίσημα τον τίτλο του υπουργού.

Στον τελευταίο ανασχηματισμό που έκανε ως πρωθυπουργός, το επόμενο φθινόπωρο, τον μετακίνησε στο υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών. Τότε, σε μια ιδιωτική του συνομιλία με τον γράφον- τα, είχε ρωτηθεί: «Μα πώς υπουργέ μου, αφήνετε τα φώτα της δημοσιότητας του υπουργείου Τύπου και πάτε σε ένα άλλο, που είναι από τα λεγόμενα της… χαμαλοδουλειάς;». Απάντησε ορθά κοφτά: «Όλοι εσείς που τα λέτε αυτά να πάτε οι ίδιοι να αρνηθείτε στον Ανδρέα Παπανδρέου το υπουργείο που σας προσφέρει».

Η πρώτη άρνηση

Πάντως, εκείνο που δεν έκανε στον Ανδρέα, το έπραξε στον διάδοχό του, Κώστα Σημίτη, αμέσως μετά την εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ το 2000, όταν αρνήθηκε να επανατοποθετηθεί στο υπουργείο Δικαιοσύνης, στο οποίο είχε θητεύσει για λίγους μήνες το 1996, στην πρώτη κυβέρνηση του νέου πρωθυπουργού. Όπως αφηγείται στο «Π», ο κ. Σημίτης τού είχε πει: «Βαγγέλη, έχω πρόβλημα με τον Γιαννόπουλο και θέλω να τον αντικαταστήσω με ένα μεγάλο όνομα».

Εκείνος, όμως, ήταν αμετάπειστος και, αφού στο μεταξύ είχε περάσει και από τα υπουργεία Πολιτισμού και Ανάπτυξης, αρνήθηκε να ξαναγυρίσει εκεί, κλείνοντας τη συζήτηση ως εξής: «Να μη λέμε τα ίδια»… Έτσι, έμεινε προσωρινά εκτός κυβέρνησης για να ξαναγυρίσει στους κόλπους της και σε ένα γνώριμό του υπουργείο, του Πολιτισμού, επτά μήνες αργότερα, με τη ρήξη Σημίτη – Πάγκαλου.

Ο «άσπονδος φίλος»

Λίγο πριν από τη λήξη εκείνης της τετραετίας, ο κ. Σημίτης πέρασε το «δαχτυλίδι» της διαδοχής στον Γιώργο Παπανδρέου. «Πώς δεν αντιδράσατε τότε;» είναι το εύλογο ερώτημά μας προς εκείνον, γνωρίζοντας ότι από την πρώτη στιγμή της συνεργασίας τους ποτέ δεν κόλλησαν τα χνώτα του με εκείνα του γιου του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ. «Τα βρήκαμε έτοιμα όλοι. Ήταν μια de facto ανάδειξη», είναι η άμεση απάντησή του. Το «Ζάππειο» του 2007 και όσα ακολούθησαν στη σχέση του με τον κ. Παπανδρέου ήταν προδιαγεγραμμένα από όσα είχαν προηγηθεί μεταξύ τους επί τρία και πλέον χρόνια.

Ακόμα, όμως, ο κ. Βενιζέλος εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι είναι εκείνος που έσωσε δύο φορές την ενότητα του ΠΑΣΟΚ (αμέσως μετά την ήττα του από τον κ. Παπανδρέου –με 17 εκατοστιαίες μονάδες διαφορά σε ανοικτή εκλογική διαδικασία– στην πιο σφοδρή εσωκομματική σύγκρουση που έγινε ποτέ στην Ελλάδα και το καλοκαίρι του 2011, όταν άφησε το «σίγουρο» υπουργείο Εθνικής Άμυνας για να αναλάβει το «φλεγόμενο» Οικονομικών και την Αντιπροεδρία της κυβέρνησης), ενώ ο πρώην πρωθυπουργός τού χρεώνει ανοικτά την πτώση της κυβέρνησής του, κάποιους μήνες αργότερα. Η διαδοχή του Μαρτίου του 2012 έγινε αναίμακτα φαινομενικά, αλλά οδήγησε στη διάσπαση του ΠΑΣΟΚ δύο, σχεδόν, χρόνια αργότερα και το κόμμα του 43,92% του 2009 κατρακύλησε μ’ αυτά και μ’ αυτά στο 4,68% μία πενταετία μετά.

Του Λάζαρου Λασκαρίδη

Δημοσιεύθηκε με την εφημερίδα «Παρασκήνιο» που κυκλοφόρησε το Σάββατο 28/1

Εφημερίδες

Διαβάστε όλες τις εφημερίδες online

ΑΡΧΕΙΟ

NEWSLETTER