Κοινωνία

Η εθνική τραγωδία ζητά απαντήσεις

Πολλά τα ερωτήματα για τις κινήσεις που ίσως έπρεπε να γίνουν και δεν έγιναν, αλλά και γι’ αυτές που έγιναν είτε με καθυστέρηση είτε με λάθος τρόπο, τόσο σε πολιτικό όσο και σε επιχειρησιακό επίπεδο.

Η κοινή συνέντευξη Τύπου του κυβερνητικού εκπροσώπου, του αν. υπουργού Προστασίας του Πολίτη και των αρχηγών ΕΛ.ΑΣ. και Πυροσβεστικής, που –θεωρητικά τουλάχιστον– αυτό τον σκοπό είχε, ελάχιστα διαφώτισε. Κανείς δεν παραγνωρίζει ότι το Μάτι, ο Νέος Βουτζάς, η Καλλιτεχνούπολη είναι περιοχές που συνδυάζουν πυκνή και ίσως άναρχη δόμηση, στενούς δρόμους και δασική βλάστηση με ιδιαίτερα εύφλεκτα χαρακτηριστικά. Κανείς, επίσης, δεν αρνείται ότι οι άνεμοι έπνεαν πολλοί ισχυροί ή ότι οι πυρκαγιές είναι προϊόν εμπρηστών.

Όμως, πώς να παραγνωρίσει κανείς ότι σε μία περιοχή που έχουμε δει πολλές φορές τις φλόγες να «γλείφουν» τα σπίτια –είτε πρόκειται για μόνιμες είτε για παραθεριστικές κατοικίες–, φάνηκε στην πράξη ότι δεν υπάρχει ένας στοιχειώδης σχεδιασμός για το πώς θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί μια όντως δύσκολη περίπτωση; Ο ίδιος ο πρωθυπουργός ζήτησε «τίποτα να μη μείνει χωρίς απαντήσεις». Όταν, όμως, ακούγεται από τα πλέον επίσημα χείλη ότι «δεν έγινε κάποιος λάθος χειρισμός» ή ότι «δεν θα έκανα τίποτα διαφορετικό, γιατί δεν μπορούσε να γίνει κάτι διαφορετικό», τότε κάτι δεν πάει καλά.

Γιατί δεν δόθηκε εντολή εκκένωσης

Ένα βασικό ερώτημα το οποίο πρέπει να απαντηθεί είναι το γιατί δεν δόθηκε εντολή εκκένωσης στο Μάτι και στο Κόκκινο Λιμανάκι. Ναι, η πολύ μεγάλη ταχύτητα της φωτιάς και το οδικό δίκτυο της περιοχής ήταν προβλήματα, όμως από μαρτυρίες προκύπτει ότι όσοι κάτοικοι έφυγαν εγκαίρως από τις εστίες τους κατάφεραν να σωθούν. Από τον αρχηγό της Πυροσβεστικής ακούσαμε ότι «ο επικεφαλής αξιωματικός της πυρκαγιάς με διαβεβαίωσε ότι έδωσε εντολή να εκκενωθεί ο οικισμός». Δεν μάθαμε, όμως, πότε την έδωσε, σε ποιον την έδωσε και κυρίως γιατί δεν εκτελέστηκε; Μήπως επειδή δεν υπήρχε σχέδιο εκκένωσης των καμένων περιοχών; Γιατί αν δεν υπήρχε, τότε αυτομάτως γεννάται ένα άλλο ερώτημα.

Τι είχαν κάνει οι Δήμοι Ραφήνας και Μαραθώνα –υπό την επίβλεψη της Περιφέρειας Αττικής και της Γενικής Γραμματείας Πολιτικής Προστασίας–, ώστε να έχουν συνταχθεί και επικαιροποιηθεί σχέδια εκκένωσης; Υπήρχαν ή όχι σειρήνες που έπρεπε να ηχήσουν ώστε να ειδοποιηθεί ο κόσμος και να φύγει τάχιστα από τις περιοχές; Ποιανού ευθύνη είναι να υπάρχει ο συγκεκριμένος τεχνικός εξοπλισμός και να είναι λειτουργικός; Και κάτι ακόμα. Οι δημοτικές Αρχές είχαν εφαρμόσει ή όχι τα προβλεπόμενα σχέδια πυρασφάλειας και πυροπροστασίας; Η Περιφέρεια Αττικής και η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας, που έχουν την ευθύνη ελέγχου και συντονισμού, έπραξαν αυτά που όφειλαν; Ο Νίκος Τόσκας μίλησε –και εμείς δεν έχουμε πρόθεση να τον αμφισβητήσουμε– για ισχυρές ενδείξεις εμπρησμού. Είναι η πρώτη φορά που η συγκεκριμένη περιοχή πέφτει θύμα εμπρηστών; Όχι. Μήπως, λοιπόν, θα έπρεπε οι αρμόδιοι για αυτό να είναι διπλά και τριπλά υποψιασμένοι και προετοιμασμένοι για το τι μπορεί να συμβεί;

Πρόγραμμα «Evita» και γραμμή «112»

Μόλις το 2013, εντάσσεται στο Πυροσβεστικό Σώμα το πρόγραμμα «Evita». Είναι η μόνη καλή είδηση μετά από ένα «δύσκολο» καλοκαίρι πυρκαγιών, όπου η Ελλάδα μεταξύ άλλων αναγκάζεται να μειώσει τον προϋπολογισμό της και όσον αφορά την πυρόσβεση. Λιγότερο προσωπικό, μη ανανέωση του στόλου οχημάτων και αεροσκαφών συνθέτουν το σκηνικό της εποχής. Ο τότε κλαδάρχης του ΠΣ μιλάει για το ψηφιακό πρόγραμμα «Evita», το οποίο, σε ελάχιστο χρόνο, παράγει σχέδια εκκένωσης περιοχών που πλήττονται από πυρκαγιά.

Το «Evita», αφού τροφοδοτηθεί με τις παραμέτρους της περιοχής (μετεωρολογικά στοιχεία, στοιχεία της πυρκαγιάς και κυκλοφοριακά στοιχεία), παράγει σχέδιο εκκένωσης. Πρόκειται για ένα πολύτιμο εργαλείο στα χέρια των αξιωματικών της Πυροσβεστικής, το οποίο παρήγαγε εντυπωσιακά αποτελέσματα κατά την προσομοίωση λειτουργίας του. Αλήθεια, τι έγινε το συγκεκριμένο πρόγραμμα; Θα μπορούσε ή όχι να είχε σωθεί έστω και μία ζωή παραπάνω, εάν είχε αξιοποιηθεί το συγκεκριμένο πρόγραμμα;

Δεν είναι μόνο αυτό. Ακόμα πιο πίσω, το 2011, ο τότε υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Χρήστος Παπουτσής, αποφασίζει τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των υπηρεσιών του Ευρωπαϊκού Αριθμού Κλήσης Εκτάκτων Αναγκών «112». Μεταξύ άλλων, ζητούμενο είναι η βέλτιστη διαχείριση περιστατικών έκτακτης ανάγκης και κρίσεων καθώς και η έγκαιρη ενημέρωση των πολιτών, ανάμεσα σε άλλα, και για θέματα φυσικών καταστροφών. Τον Νοέμβριο του 2013, δημοσιεύεται η προκήρυξη του σχετικού διαγωνισμού, όπου περιγράφονται με αρκετές λεπτομέρειες τα νέα εργαλεία που θα πρέπει να αποκτήσει το «112», στα οποία περιλαμβάνεται και το Σύστημα Συναγερμού Πολιτών.

Το σύστημα, σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης (σ.σ. όπως οι φονικές πυρκαγιές στο Μάτι), θα μπορεί να εστιάζει στην περιοχή που βρίσκεται σε κίνδυνο και να εντοπίζει όλα τα σταθερά και κινητά τηλέφωνα που βρίσκονται εντός της ζώνης κινδύνου. Στα μεν σταθερά θα υπάρχει η δυνατότητα να σταλούν φωνητικά μηνύματα ενώ στα κινητά τόσο φωνητικά όσο και γραπτά μηνύματα. Επιπλέον, επικοινωνώντας, κάνοντας χρήση των κεραιών κινητής τηλεφωνίας και των παρόχων υπηρεσιών ίντερνετ, το αναβαθμισμένο «112» θα μπορεί να αντλήσει στοιχεία για όλους τους συνδρομητές που βρίσκονται στην περιοχή και κινδυνεύουν. Πόσες ζωές θα είχαν σωθεί, εάν όλα αυτά δεν είχαν μείνει στα χαρτιά;

Για την ιστορία, να αναφέρουμε ότι η σύμβαση υπογράφτηκε το 2014, μετά από αλλεπάλληλες προσφυγές υποψηφίων, με την παράδοση του αναβαθμισμένου συστήματος να ορίζεται για τον Ιούλιο του 2016. Κάτι τέτοιο ποτέ δεν έγινε, καθώς από τα τέλη του 2015 παρατηρείται απίστευτη χρονοτριβή ακόμη και στο να παραχωρήσει το κράτος τους χώρους όπου θα στηθούν τα απαραίτητα κέντρα επικοινωνίας. Οι κωλυσιεργίες συνεχίζονται, παρότι το κόστος του προγράμματος ήταν κάτι περισσότερο από 7 εκατ. ευρώ, που τα περισσότερα χρήματα θα έρχονταν από το ΕΣΠΑ, με αποτέλεσμα ο χρόνος παράδοσης να έχει φτάσει πλέον τον Ιανουάριο του 2019 και… βλέπουμε!

Περί… ασύμμετρων απειλών

Ήδη από τις πρώτες ώρες που ξέσπασαν οι πυρκαγιές σε Κορινθία και Ανατολική Αττική, κυβερνητικά στελέχη είχαν ξεκινήσει να διαρρέουν σενάρια περί… ασύμμετρων απειλών! Μάλιστα, έφτασαν στο σημείο να συγκρίνουν την κατάσταση με το 2007, γρήγορα όμως σταμάτησαν αυτόν τον ατυχή παραλληλισμό. Στη συνέντευξη Τύπου στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, έγινε προσπάθεια με κάθε τρόπο να πειστούν οι εκπρόσωποι των ΜΜΕ και οι απλοί πολίτες ότι η πυρκαγιά, που ξεκίνησε από το Νταού Πεντέλης, είναι προϊόν εμπρησμού –πολύ πιθανό να είναι, οι ειδικοί γνωρίζουν και προφανώς έχουν αποδείξεις γι’ αυτά που λένε–, αφήνοντας να πλανάται στον αέρα μία αίσθηση ύποπτου οργανωμένου σχεδίου πολυδιάσπασης δυνάμεων. Σενάρια συνωμοσίας, που ευδοκιμούν μετά από αποτυχημένη διαχείριση μεγάλων κρίσεων, θα μπορούσε κάποιος να πει.

Την ίδια ώρα, ωστόσο, ο πολύπειρος δήμαρχος Πεντέλης Δημήτρης Στεργίου εξέφρασε την εκτίμηση ότι η φονική πυρκαγιά στην Ανατολική Αττική ίσως να ξεκίνησε από κομμένο καλώδιο στο δίκτυο της ΔΕΗ. Ο κ. Στεργίου κατοικεί στη συγκεκριμένη περιοχή και βρέθηκε στο σημείο απ’ όπου εξερράγη η πρώτη εστία, ελάχιστα λεπτά από το ξέσπασμά της. Όπως είπε, είδε το κομμένο καλώδιο από το απαρχαιωμένο δίκτυο της ΔΕΗ στην περιοχή και εκτιμά ότι η φωτιά, που «εξερράγη σαν ατομική βόμβα», ξεκίνησε από αυτό. Μάλιστα το κατήγγειλε και στην Πυροσβεστική και θα έχει ενδιαφέρον να μάθουμε την τύχη της καταγγελίας του.

«Εικάζω ότι είναι από αυτό. Ήρθε και το Ανακριτικό Τμήμα της Πυροσβεστικής μετά από μένα», είπε χαρακτηριστικά ο δήμαρχος Πεντέλης και επισήμανε ότι ήταν λανθασμένη η εκτίμηση ότι η φωτιά θα πήγαινε προς τον Διόνυσο, αφού η φορά του ανέμου έδειχνε, όπως είπε, και την πορεία που ακολούθησε τελικά το μέτωπο, στα νοτιοδυτικά. «Υπήρξε μια μικρή ανάσχεση στο ελαφρώς δασωμένο κομμάτι στο Μοναστήρι, αλλά όταν πια η φωτιά πέρασε στο δασωμένο κομμάτι του Βουτζά, ήταν αδύνατο να ελεγχθεί», σημείωσε ο κ. Στεργίου.

 

Μπορούν ή όχι τα γηρασμένα Canadair να προσφέρουν υπηρεσίες;

Οι πυρκαγιές σε Κορινθία και Ανατολική Αττική προκάλεσαν επίσης εύλογα ερωτήματα για την κατάσταση στην οποία βρίσκονται τα 18 αεροσκάφη Canadair (11 CL-215 και 7 CL-415) της Πολεμικής Αεροπορίας. Ερωτήματα που έγιναν μεγαλύτερα από το γεγονός ότι την Τρίτη 24 Ιουλίου, στις προσπάθειες κατάσβεσης των μεγάλων πυρκαγιών στην Ανατολική Αττική, στην Κορινθία και στα Γεράνεια Όρη, χρησιμοποιήθηκαν μόλις τρία αεροσκάφη.

Πρόκειται για στοιχεία που προκύπτουν από την επίσημη ενημέρωση του Πυροσβεστικού Σώματος, ενώ την αμέσως προηγούμενη ημέρα, τη Δευτέρα 23 Ιουλίου, με τις καταστροφικές πυρκαγιές να βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη, απογειώθηκαν οκτώ αεροσκάφη για να συνδράμουν τις προσπάθειες των επίγειων τμημάτων, πολύ γρήγορα όμως βρέθηκαν να επιχειρούν μόλις τρία. Αυτό, παρά το γεγονός ότι για πρώτη φορά φέτος, εστάλησαν στις ΗΠΑ για πλήρη επισκευή και συντήρηση δώδεκα κινητήρες από τα Canadair, ενώ δαπανήθηκε ένα κονδύλι της τάξεως των 9 εκατ. ευρώ.

Αεροσκάφη 40 ετών

Εδώ πρέπει να αναφέρουμε ότι αρχικό σχέδιο του CL-215 Canadair –αποτελούν τον κορμό της αεροπυρόσβεσης στην Ελλάδα– προέρχεται από έρευνα των αρχών της δεκαετίας του 1960 για ένα δικινητήριο αμφίβιο μεταφορικό αεροσκάφος. Η εξέλιξή του σε πυροσβεστικό ήταν αποτέλεσμα μίας απαίτησης των αξιωματούχων της Δασικής Υπηρεσίας του Καναδά προς την Bombardier. Το οριστικό σχέδιο, που έφερε το όνομα CL-215, εγκρίθηκε τον Φεβρουάριο του 1966 και έκανε την πρώτη του πτήση στις 23 Οκτωβρίου 1967.

Η Πολεμική Αεροπορία άρχισε να παραλαμβάνει τα πρώτα CL-215 τον Δεκέμβριο του 1975. Καταλαβαίνει κανείς ότι πρόκειται για αεροσκάφη με επιχειρησιακή ζωή 40 ετών, κάτω από τις πλέον ακραίες συνθήκες. Εύλογα, λοιπόν, γεννούνται ερωτήματα για το εάν έχουν πλέον να προσφέρουν κάτι στη χώρα μας ή απλά επιχειρούμε να τα κρατήσουμε «ζωντανά», λόγω του ότι δεν υπάρχουν κονδύλια για την αντικατάστασή τους.

Οι καλά γνωρίζοντες σημειώνουν ότι τα περισσότερα αεροσκάφη παρουσιάζουν πολλά προβλήματα και βλάβες, είτε κατά την διάρκεια των απογειώσεων είτε κατά τη διάρκεια των πτήσεων, θέτοντας σε κίνδυνο ακόμα και τη ζωή των χειριστών τους. Ένα άλλο στοιχείο που επηρεάζει τα γηρασμένα Canadair είναι η εξωτερική θερμοκρασία, καθώς το μέγιστο επιτρεπτό όριο για την απογείωση τους είναι οι 38 βαθμοί Κελσίου. Μία τέτοια θερμοκρασία είναι ιδιαίτερα συνηθισμένη στην Ελλάδα, ιδίως Ιούλιο και Αύγουστο.

Τέλος, όσον αφορά τα νεότερα CL-415 Canadair, έχουν κι αυτά τα… χρονάκια τους, καθώς εντάχθηκαν σε ελληνική υπηρεσία το 1999, ωστόσο είναι σαφώς πιο αξιόπιστα από τα μεγαλύτερα «αδερφάκια» τους. Σε κάθε περίπτωση όμως, η χρήση τους είναι κοστοβόρα και απαιτούνται κονδύλια που τα τελευταία χρόνια έχουν μειωθεί αρκετά.

Άραγε, τι άλλο πρέπει να συμβεί ώστε η Πολιτεία και οι συναρμόδιες Υπηρεσίες να εξετάσουν την αντικατάσταση των παλαιότερων αεροσκαφών του τύπου; Ναι, το κόστος σε μνημονιακή περίοδο είναι μεγάλο, όχι όμως απαγορευτικό. Και σίγουρα δεν μπορεί να συγκριθεί με το κόστος μίας ανθρώπινης ζωής!

Ρεπορτάζ: Κώστας Παπαδόπουλος

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο 

 

 

Εφημερίδες

Διαβάστε όλες τις εφημερίδες online

ΑΡΧΕΙΟ

NEWSLETTER