Εννέα μήνες στην εξουσία έκλεισε η κυβέρνηση. Εννέα «εκρηκτικούς» μήνες, με τεράστια προβλήματα και πρωτόγνωρες, απρόβλεπτες καταστάσεις. Μέσα στο εννεάμηνο αυτό όμως, είναι ίσως η πρώτη φορά που μία κυβέρνηση αντιδρά τόσο άμεσα και αποφασιστικά σε τόσο μαζικές και καταιγιστικές απειλές. Και είναι και η πρώτη φορά που στη νεοελληνική «κανονικότητα» εμφανίζονται και… θετικές εξαιρέσεις.
Και αυτές αφορούν τη στάση του συνόλου του πολιτικού κόσμου απέναντι σε υψίστης, εθνικής σημασίας θέματα. Στην αρχή ήταν (και συνεχίζεται) η ακραία και επικίνδυνη αποθράσυνση της Τουρκίας σε όλα τα επίπεδα, όχι μόνο στις μεταξύ μας σχέσεις αλλά σε ολόκληρη την εύφλεκτη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Ακολούθησαν η κατακόρυφη αύξηση των μεταναστευτικών ροών στα νησιά, οι βίαιες αντιδράσεις των… μπαχαλάκηδων, στις προσπάθειες για αποκατάσταση του νόμου, της τάξης και της ασφάλειας, καθώς και η εμπόλεμη κατάσταση στον Έβρο. Και σαν να μην έφθαναν αυτά, ήρθε και η πανδημία του κορονοϊού.
Η κυβέρνηση, σε όλες αυτές τις μαζικές και καταιγιστικές απειλές, με εξαίρεση το προσφυγικό στα νησιά, που το υποτίμησε αρχικά, αντέδρασε άμεσα και αποφασιστικά. Κάτι που αναγνωρίζεται και από το σύνολο των πολιτών, όπως διαφαίνεται και από τις τελευταίες δημοσκοπήσεις, τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των οποίων δεν δείχνουν μόνον μια αφηρημένα ευρύτατη αποδοχή που τυγχάνουν οι πρωτοβουλίες Μητσοτάκη, αλλά και εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση, τεκμηριωμένη όμως και όχι… «άνευ όρων». Σημαντικό είναι και το ποσοστό αποδοχής που τυγχάνει, βάσει πάντα των δημοσκοπήσεων, και η στάση κομμάτων της αντιπολίτευσης στα δύο κορυφαία θέματα, «Έβρος και κορονοϊός». Μια στάση που αποτυπώθηκε και κατά την τελευταία (σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών) συζήτηση στη Βουλή, η οποία διεξήχθη σε ένα κλίμα, αν όχι πρωτόγνωρο, σίγουρα σπάνιο για τα ελληνικά ισχύοντα.
Κάποιοι τώρα, στηριζόμενοι στις δημοσκοπικά ποσοστιαίες διαφορές των κομμάτων, (ξανα)θέτουν θέμα πρόωρων εκλογών, επειδή, όπως υποστηρίζουν, «ο μεγάλος πόλεμος θα ξεκινήσει από την επομένη του ξεπεράσματος της πανδημίας και θα αφορά την ανασυγκρότηση της οικονομίας και της κοινωνίας». Άρα, λένε, απαιτείται ανανέωση της λαϊκής εντολής. Τον Φεβρουάριο, όταν πάλι κάποιοι είχαν θέσει θέμα πρόωρων εκλογών, για να «καεί» η αναλογική και να (ξανα)ηττηθεί ο Τσίπρας, ο κ. Μητσοτάκης είχε δηλώσει: «Κάποιοι φαίνεται να επενδύουν στις επιτυχίες μας και θέλουν γρήγορες εκλογές, επειδή απολαμβάνουμε ευρείας στήριξης από τους πολίτες. Κάνουν μεγάλο λάθος. Οι ψηφοφόροι δεν μας εξέλεξαν για να κάνουμε τακτικισμούς. Μας εξέλεξαν για να φέρουμε αποτέλεσμα και θα φέρουμε».
Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι αυτή η δήλωση ήταν ορθή όταν έγινε. Τώρα όμως είναι; Τώρα που… άλλαι αι βουλαί Μητσοτάκη και ψηφοφόρων και άλλα κελεύουν κορονοϊός και Ερντογάν; Επ’ αυτού δύο απόψεις υπάρχουν.
Η μία: Τώρα υπάρχει άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία και ανανεωμένα κοινωνικά ερείσματα. Τι εμποδίζει τον Μητσοτάκη να ολοκληρώσει και το εγχείρημα της επανεκκίνησης της οικονομίας, χωρίς νέα ισχυρή νομιμοποίηση και χωρίς βεβαίως καταφυγή σε εκλογές;
Η άλλη: Η μεταπανδημική Ελλάδα θα είναι μια χώρα που θα πρέπει να βρει από την αρχή το νήμα της ανάκαμψης. Θα απαιτηθούν δύσκολες αποφάσεις. Αποφάσεις που χρειάζονται ισχυρή νομιμοποίηση. Απαιτείται ανανέωση της λαϊκής εντολής.
Με δεδομένη πάντως την ανησυχία ενός δεύτερου κύματος της πανδημίας το φθινόπωρο και των προβλημάτων που προκάλεσε ήδη στην οικονομία και τα εργασιακά το «πρώτο κύμα», τα όσα κάποιοι διακινούν για πρόωρες εκλογές και όσα υποστηρίζονται από κόμματα της αντιπολίτευσης, και κυρίως από εκείνο της αξιωματικής, αφήνουν τους πολίτες αδιάφορους. Γιατί μπροστά στα προβλήματα που έχουν ήδη προκληθεί και απαιτούν «συναινετικές λύσεις», πολύ μικρή σημασία έχει το αν θα πάμε σε πρόωρες εκλογές για να «καεί» η αναλογική και να (ξανα)ηττηθεί ο Τσίπρας, όπως υποστηρίζεται από… πολιτικολογούντες.
του Φώτη Σιούμπουρα
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο





