Είναι φανερό πως κάτι βαθύ και ουσιαστικό συνέβη στα έγκατα της ελληνικής κοινωνίας την τελευταία εξαετία, το οποίο δεν έχουμε επαρκώς συνειδητοποιήσει, αν και γινόμαστε κοινωνοί των δημοσκοπικών του αποτελεσμάτων.
Τα πέντε χρόνια ΣΥΡΙΖΑ και ο περίπου ενάμισης πρώτος χρόνος Μητσοτάκη φαίνεται ότι έχουν επιδράσει δραστικά στον τρόπο που η ελληνική κοινωνία αντιλαμβάνεται τον κόσμο γύρω της. Το 2015-19, η διακυβέρνηση Τσίπρα επέδρασε σημαντικά στην αλλαγή της λαϊκής αίγλης της Αριστεράς. Και στους 15 πρώτους αυτούς μήνες, η πρωθυπουργική θητεία του Κυριάκου Μητσοτάκη δείχνει να σφράγισε καθοριστικά αυτή την αλλαγή.
Μια αλλαγή που αποτυπώνεται και στην αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να ξεδιπλώσει, ως «αριστερή» αντιπολίτευση, μια συνεκτική και αποτελεσματική αντιπολιτευτική τακτική. Αυτό γίνεται ακόμη πιο έντονο, εάν αναλογιστούμε ότι ο πολιτικός χρόνος που προηγήθηκε δεν ήταν νεκρός, αλλά γεμάτος από γεγονότα. Τουρκική προκλητικότητα, πανδημία κορονοϊού, κλεισίματα και ανοίγματα της οικονομίας, μεταναστευτικό, πλημμύρες, φυσικές καταστροφές.
Ενώ όμως ο πρωθυπουργός δείχνει να κερδίζει ως διαχειριστής όλων αυτών των κρίσεων και εθνικών απειλών, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν βρήκε προφανές πεδίο άσκησης αντιπολίτευσης και βασίζει τώρα τη μεν αντιπολιτευτική τακτική του στο «Όχι σε όλα», τη δε πολιτική του στη μυθολογία των… Λωτοφάγων. Πιστεύει, δηλαδή, ότι κατά έναν περίεργο τρόπο τα πολιτικά, τα οικονομικά και τα κοινωνικά γεγονότα που συνέβησαν κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ θα ξεχαστούν και οι ψηφοφόροι , αφού φάνε τον «αντιπολιτευτικό λωτό», θα αποζητήσουν την «πρώτη φορά Αριστερά», μαζί με το (νέο) «πρόγραμμα Θεσσαλονίκης», των παλαιών ιστοριών και των ανεκπλήρωτων δηλαδή υποσχέσεων.
Κάθε άλλο όμως παρά… Λωτοφάγοι δεν δείχνουν να είναι οι ψηφοφόροι, όπως καταδεικνύεται από όλες τις δημοσκοπήσεις των τελευταίων ημερών. Παρότι ο Αρμαγεδδών, που έπληξε την κυβέρνηση Μητσοτάκη, θα μπορούσε να προκαλέσει τεράστιες πολιτικές και κοινωνικές αλλαγές-ανακατατάξεις, η πολιτική τοποθέτηση της συντριπτικής πλειοψηφίας των πολιτών παραμένει σταθερή.
Όποια εταιρεία κι αν έχει κάνει τη δημοσκόπηση, όποια μέθοδο κι αν έχει χρησιμοποιήσει, κάτω από όποια συγκυρία κι αν την πραγματοποίησε, όποιο μέσο ενημέρωσης κι αν την είχε παραγγείλει, οι αριθμοί βγαίνουν ίδιοι και τα αποτελέσματα είναι πανομοιότυπα. Η διαφορά 40-20 (και κάτω από 20) ανάμεσα σε ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ, το 55-25 ανάμεσα σε Μητσοτάκη και Τσίπρα, αλλά και τα ποσοστά των μικρότερων κομμάτων μοιάζουν να έχουν πετρώσει στον χρόνο. Ενδεικτικό και αυτό των αλλαγών που έχουν επέλθει τον τελευταίο χρόνο στην ελληνική κοινωνία. Αν τώρα κρίνουμε τον Μητσοτάκη από την επιτυχή, κατά γενική παραδοχή (παρά τα λάθη και τις όποιες αστοχίες) διαχείριση των κρίσεων, εξαιτίας της οποίας και παγιώθηκε η εμπιστοσύνη των πολιτών στο πρόσωπό του, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι και την επόμενη ημέρα, όταν θα υπάρξει σχετική ομαλοποίηση, θα αντιμετωπίσει τα λεγόμενα διαρθρωτικά προβλήματα της χώρας της οικονομίας και της καθημερινότητας με την ίδια αποτελεσματικότητα.
Κρίνοντας δε και τον Τσίπρα, περίπου ενάμιση χρόνο μετά την ήττα του, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι παραμένει ως ήταν και το 2018-19. Δηλαδή είναι «παλιότερος» από τον Μητσοτάκη, στον οποίο και έχει… εκχωρήσει όχι μόνο την πρωτοβουλία των κινήσεων κατ’ απόλυτο τρόπο, αλλά και την ιδεολογική ηγεμονία.
Αν δεν ανασυνταχθεί, δεν ανανεωθεί, δεν «ξαναγεννηθεί» ως νεότερος του πρωθυπουργού –κάτι ιδιαίτερα δύσκολο, έως αδύνατο, αν κρίνουμε από την μέχρι τώρα αντιπολιτευτική τακτική του– τότε αυτή η κατάσταση θα παγιωθεί και η ιδεολογική ηγεμονία, του κατά Τσίπρα «μεγαλύτερου πολιτικού απατεώνα» και κατά Τζάκρη του «άπατρι και διεθνιστή» Μητσοτάκη θα κυριαρχεί για μεγάλο χρονικό διάστημα και για μακρά, ανενόχλητη κυβερνητική πορεία.
του Φώτη Σιούμπουρα
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο





