Και ενώ όλο και περισσότεροι κίνδυνοι περιβάλλουν τη χώρα μας και εκτοξεύονται ακόμη και απειλές κατά της ακεραιότητάς της, με τον Τούρκο πρόεδρο, παραμονές της εθνικής μας εορτής της 25ης Μαρτίου, να εκδηλώνει με όλο και πιο σαφή τρόπο την επιθετικότητά του, η Ελλάδα έχει την… πολυτέλεια να δείχνει διχασμένη.
Διανύουμε το όγδοο έτος της οικονομικής κρίσης, βρισκόμαστε λίγο πριν από την έξοδο από τα μνημόνια και αντί να δώσουμε όλοι μαζί και πάνω απ’ όλους η κυβέρνηση διέξοδο στα συσσωρευμένα προβλήματά μας, χαράσσοντας μια ενιαία εθνική γραμμή, επιμένουμε συνεχώς να προσθέτουμε καινούργια βάρη. Είτε ανακοινώνοντας «σκάνδαλα» του παρελθόντος, υπαρκτά ή υποτιθέμενα, είτε δημιουργώντας συνθήκες δήθεν κυβερνητικής κρίσης, για λόγους κομματικού συμφέροντος.
Όμως, η πραγματική ζωή, η χώρα και οι πολίτες της έχουν άλλες προτεραιότητες. Το ίδιο θα έπρεπε να έχει και η κυβέρνηση. Γιατί; Διότι η ευκαιρία είναι τώρα και θα είναι κρίμα να χαθεί σε έναν κύκλο έντασης και έξαρσης των εξουσιαστικών πολιτικών παθών, χωρίς μέτρο και συναίσθηση των αναγκών και των προτεραιοτήτων του ελληνικού λαού. Και είναι ευκαιρία, γιατί έπειτα από οκτώ χρόνια κρίσης και ανείπωτων θυσιών δεν επιτρέπονται άλλες παλινδρομήσεις, ούτε οπισθοχωρήσεις. Ο δρόμος για την έξοδο από τα μνημόνια και την κρίση έχει πια χαραχθεί και η Ελλάδα πρέπει να τον βαδίσει χωρίς δεύτερες σκέψεις. Η χώρα, έπειτα απ’ όσα πέρασε, δεν χρειάζεται ούτε πάθη, ούτε μίση. Καταλλαγή χρειάζεται, ηρεμία, σταθερότητα, σαφείς στοχεύσεις, πίστη στις δυνατότητές της και όχι… διώξεις ανώφελες.
Έπειτα από οκτώ χρόνια κρίσης και μεγάλων διαρθρωτικών αλλαγών, η ελληνική οικονομία ανακτά σταδιακά τμήματα της χαμένης αξιοπιστίας και δημιουργεί περιβάλλον ευκαιριών. Κατάφερε να αναπτυχθεί για τρίτο διαδοχικό τρίμηνο για πρώτη φορά από το 2009, αλλά και από το τέλος του 2014, οπότε και είχαν αρχίσει να διαφαίνονται κάποια σημάδια ανάκαμψης. Είναι μία εξέλιξη που δίνει το δικαίωμα στην κυβέρνηση να αισιοδοξεί και να μιλά για πλεόνασμα, που «για πρώτη φορά πετύχαμε» και για «καθαρή έξοδο».
Όμως αυτή είναι η μισή αλήθεια. Γιατί η άλλη μισή είναι ότι η κατάσταση της οικονομίας εξακολουθεί να είναι τέτοια, που δεν δικαιολογεί ενθουσιασμό. Βέβαια, με τρία χρόνια καθυστέρηση και πολύ μεγαλύτερο κόστος για την κοινωνία, οι συνθήκες στην οικονομία και κάποιοι οικονομικοί δείκτες βελτιώνονται. Η βελτίωση όμως αυτή δεν αποτυπώνεται στην καθημερινότητα των πολιτών. Είναι ασθενική, σχεδόν ανύπαρκτη για όσους πολίτες δεν ασχολούνται με τον τουρισμό. Οι μεγάλες όμως δημοσιονομικές ανισορροπίες, όπως πιστοποιούν και οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης, έχουν ελεγχθεί και οι κίνδυνοι επανάκαμψης της κρίσης έχουν περιοριστεί. Οι αμοιβές συμπιέστηκαν μεν, αλλά παραμένουν ελεγχόμενες, η ανταγωνιστικότητα έχει βελτιωθεί, το τουριστικό προϊόν ισχυροποιήθηκε.
Το εσωτερικό πολιτικό κλίμα όμως είναι το χειρότερο δυνατό. Η κυβερνητική συνοχή έχει προ πολλού κλονιστεί, τα σκάνδαλα, η σκανδαλολογία και εσχάτως τα πρωτοφανή γεγονότα της Τούμπας και τα όσα διχαστικά εξέπεμψαν και συνεχίζουν να εκπέμπουν δεν επιτρέπουν την απαιτούμενη ελάχιστη συνεννόηση και συναίνεση, που εκ των συνθηκών επιβάλλεται. Το δυστύχημα είναι ότι σε αυτό το αρρωστημένα διχαστικό περιβάλλον, τα εξωτερικά μέτωπα, ιδιαίτερα εκείνο της Τουρκίας, οξύνονται καθημερινά, προσθέτοντας τόνους αβεβαιότητας και ανησυχίας συνολικά για την εξέλιξη των ελληνικών υποθέσεων.
Αισίως πλησιάζουμε προς το τέλος Μαρτίου και τίποτε δεν έχει ξεκαθαρίσει για τη διεκδικούμενη επανένταξη της ελληνικής οικονομίας στο διεθνές οικονομικό σύστημα. Έως τώρα η κυβέρνηση δεν έχει παρουσιάσει το υπεσχημένο αναπτυξιακό σχέδιο, το οποίο θα μετέδιδε αισιοδοξία και πίστη για την πορεία της οικονομίας, την προσέλκυση των επενδύσεων και την ενδυνάμωση των εξαγωγών. Παρουσίασε όμως και θα συνεχίσει να παρουσιάζει, καθώς θα βαδίζουμε μάλιστα και προς την οδό των εκλογών, μία σειρά υπαρκτών ή υποτιθέμενων σκανδάλων, για λόγους καθαρά κομματικού οφέλους. Έτσι όμως ο κίνδυνος διολίσθησης της χώρας σε νέο κύκλο αμφισβητήσεων είναι υπαρκτός.
Χωρίς αμφιβολία, είναι αποτέλεσμα των κυβερνώντων να πολιτευτούν με γνώμονα μόνο τα ευρύτερα συμφέροντα της χώρας. Έμπλεξαν δυστυχώς τους κομματικούς και εξουσιαστικούς σκοπούς με εκείνους της χώρας και κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωποι με πρωτοφανές αδιέξοδο. Έχουν όμως ακόμη λίγο χρόνο στη διάθεσή τους να αντιστρέψουν την πορεία των πραγμάτων. Αρκεί να αφιερωθούν αποκλειστικά στα πραγματικά προβλήματα της χώρας και να ξεπεράσουν τα κομματικά και ιδιοτελή, που αποδείχθηκαν, πέραν των άλλων, ζημιογόνα και κενά περιεχομένου.
Και είναι παράλογο σε αυτήν τη δύσκολη συγκυρία να είναι ουσιαστικά κομμένες οι γέφυρες επικοινωνίας μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης. Είναι ευθύνη και υποχρέωση της κυβέρνησης, να επιδιώξει και να αναζητήσει έστω ένα μίνιμουμ συνεννόησης και συναίνεσης. Είναι καθήκον μας τώρα που θα γιορτάσουμε τον ξεσηκωμό του 1821, ο οποίος έφερε το ελληνικό έθνος στην ομήγυρη του ευρωπαϊκού πολιτισμού, να μετατρέψουμε τη γιορτή αυτή όχι σε ακίνητο υμνολόγιο μιας μουσειακής εικόνας, αλλά σε κινητήρια δύναμη αφύπνισης, ομόνοιας και αντιμετώπισης των νέων προκλήσεων σε πολιτικό, κοινωνικό και εθνικό επίπεδο.
του Φώτη Σιούμπουρα
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο





