Ο υπουργός οικονομικών της Γαλλίας, Μπρουνό Λε Μερ διεμήνυσε ότι: «πρέπει να εργαστούμε σκληρά τις επόμενες δυο ημέρες ώστε να υπάρξει λύση στο Eurogroup της Πέμπτης».
Μετά τη συνάντησή του με τον υπουργό οικονομικών, Ευκλείδη Τσακαλώτο, στο επίκεντρο της οποίας βρέθηκε η ανάπτυξη και το χρέος, δήλωσε πως «η Ελλάδα υλοποιεί δύσκολες μεταρρυθμίσεις οι οποίες είναι απαραίτητες για την οικονομία της χώρας, κάνουμε το καλύτερο δυνατό για να βρούμε λύση με τις άλλες χώρες στο Eurogroup. Δεν είμαστε μακριά από την επίτευξη συμφωνίας. Πρέπει να εργαστούμε σκληρά τις επόμενες δυο ημέρες ώστε να υπάρξει λύση στο Eurogroup της Πέμπτης».
Από την πλευρά του ο Ευκλείδης Τσακαλώτος δήλωσε αισιόδοξος ότι θα βρεθεί λύση στην επικείμενη συνεδρίαση των υπουργών οικονομικών της ΕΕ.
Ο γάλλος υπουργός συναντάται με τον πρωθυπουργό, Αλέξη Τσίπρα, ενώ στη συνέχεια θα έχει συνάντηση και με τον έλληνα κεντρικό τραπεζίτη, Γιάννη Στουρνάρα.
Καλά πληροφορημένες πηγές του υπουργείου οικονομικών επιβεβαίωσαν ότι στη συνάντηση Τσακαλώτου-Λε Μερ συζητήθηκε η γαλλική πρόταση για τη σύνδεση των μελλοντικών ρυθμίσεων για την ανάπτυξη με τις όποιες παρεμβάσεις για το χρέος. Οι ίδιες πηγές τόνισαν ότι πλέον απομένουν οι τεχνικές λεπτομέρειες για να λάβει την τελική της μορφή αυτή η πρόταση.
Πηγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης περιμένουν στο Eurogroup να κατατεθεί μια καλύτερη πρόταση, σχετικά με το χρέος η οποία θα ικανοποιεί και την Ελλάδα και τη Γερμανία, αλλά και θα προβλέπει και μια μεγάλη δόση.
«Περιμένουμε πως θα υπάρξει μια καλύτερη πρόταση σε σχέση με αυτή της 22ας Μαΐου» αναφέρουν ευρωπαϊκές πηγές, σπεύδοντας όμως να προσθέσουν ότι ο κορμός των μελλοντικών παρεμβάσεων στο χρέος δεν θα παρεκκλίνει ουσιαστικά από τις αποφάσεις του περσινού Μαΐου.
Οι διατυπώσεις κρίνονται καθοριστικές. Θα πρέπει να είναι τέτοιες ώστε να μπορούν να γίνουν ταυτόχρονα αποδεκτές από την ελληνική κυβέρνηση και το Βερολίνο.
Ευρωπαϊκή πηγή σημειώνει ότι ο Λεμέρ έχει ανοιχτή γραμμή επικοινωνίας με το Βερολίνο, επομένως εκτιμά πως η συμβιβαστική πρόταση την οποία προωθεί έχει ένα πρώτο πράσινο φως από τον Β. Σόιμπλε.
Αξιωματούχοι από το Βερολίνο σχολίασαν ότι δεν υπάρχει «περίπτωση υπέρβασης της απόφασης του Μαϊου του 2016» σε ό,τι αφορά τα όρια της συμφωνίας για το χρέος και το ΔΝΤ. Το διπλωματικό αυτό εγχείρημα, με τη συμφωνία του Β. Σόιμπλε, έχει ανατεθεί στον Μ. Λε Μερ ο οποίος ήρθε στην Αθήνα, με το κύρος της βέβαιης πλέον εκλογής του μετά το χθεσινό αποτέλεσμα στις γαλλικές κοινοβουλευτικές εκλογές.
Το νέο σχέδιο Λε Μερ είναι ένας συγκερασμός της πρότασης της 22ας Μαΐου –που είχε απορρίψει η κυβέρνηση-, με την αρχική δική του πρόταση, που προέβλεπε άμεση συνάρτηση των μέτρων ελάφρυνσης του χρέους μεσομακροπρόθεσμα με την πορεία του ΑΕΠ.
Η πρόταση αυτή περιορίζεται πλέον στα όρια των ελαφρύνσεων που προέβλεπε η απόφαση του Μαΐου του 2016 την οποία είχαν υπογράψει η Ευρωζώνη, το ΔΝΤ και η Ελλάδα. Αυτός ο συμβιβασμός για να μπορέσει να καλύψει όλες τις πλευρές θα κάνει χρήση μεταβλητών για την ανάπτυξη της οικονομίας μεσομακροπρόθεσμα τέτοιων που να επιτρέπουν τη “λογιστική” σύγκλιση των διαφορών μεταξύ Ευρωζώνης και ΔΝΤ για το μελλοντικό ΑΕΠ.
Αν και είναι σε όλους γνωστό και αποδεκτό ότι είναι αδύνατη η πρόβλεψη για τόσο μακρό χρονικό διάστημα, εν τούτοις επιλέχθηκε αυτή η οδός συμβιβασμού καθώς το ΔΝΤ δεν δέχεται να προσαρμόσει εκ νέου τις εκτιμήσεις του για το ΑΕΠ, αν η Ευρωζώνη δεν διασφαλίσει είτε την περαιτέρω μείωση του χρέους είτε τη στήριξη του ΑΕΠ μέσα από μακροπρόθεσμης προοπτικής έργα υποδομής και επενδύσεις.
Με τον τρόπο αυτό το ΔΝΤ δέχεται να επανεξετάσει τη στάση του απέναντι στο εύρος συμμετοχής στο ελληνικό πρόγραμμα είτε με άμεση χρηματοδοτική παρουσία, είτε με συμμετοχή και χρηματοδότηση αργότερα.
Επιπλέον διαφαίνεται η δυνατότητα να αυξηθεί η δόση που είχε αρχικά προγραμματισθεί για την Ελλάδα από τα 7,4 δισ. ευρώ σε 9 περίπου δισ. ευρώ, αν και η… δοσολογία της απόδοσης της δόσης θα κριθεί με βάση τις δυνατότητες εξόφλησης των ληξιπρόθεσμων οφειλών του δημοσίου προς τον ιδιωτικό τομέα.
Σε όλα αυτά όμως προϋπόθεση είναι η οριστικοποίηση των αποφάσεων στις 15 Ιουνίου και η αποφυγή κάθε συζήτησης για την μετάθεσή του θέματος στην Σύνοδο Κορυφής της 22ας Ιουνίου.






