Συνεντεύξεις

Μαργαρίτα Στενιώτη- Πρώην πρόεδρος Ένωσης Δικαστών & Εισαγγελέων στο «Π»: Χάθηκε το μέτρο, επικράτησε η υπερβολή

«Φαινομενική» χαρακτηρίζει την κρίση, που προέκυψε τις τελευταίες ημέρες, στις σχέσεις εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας η πρώην πρόεδρος  της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων και επί πολλά έτη μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, εφέτης Μαργαρίτα Στενιώτη, σε αποκλειστική της συνέντευξη στο «Π».

Η κα Στενιώτη υποστηρίζει ότι χάθηκε το μέτρο και επικράτησε η υπερβολή, αλλά «επιβάλλονται αυτοσυγκράτηση, αλληλοσεβασμός και αυτοπεριορισμός».

Παράλληλα, η πρώην πρόεδρος  της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων επισημαίνει ότι η σύγκριση με την Τουρκία και την Πολωνία, που επιχειρήθηκε από κάποιες πλευρές, υπήρξε ατυχής, αλλά κυρίως επικίνδυνη. «Η δικαστική εξουσία δεν έχει ανάγκη από αυτόκλητους προστάτες», τονίζει.

Κυρία Στενιώτη, διαφαίνεται ότι η κρίση στις σχέσεις εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας βαθαίνει. Πού βλέπετε να οδηγεί αυτή η αντιπαράθεση;

Κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει κρίση. Η κρίση είναι φαινομενική και τεχνητή, και τούτο διότι από τη μία πλευρά έχουμε το διαχρονικό φαινόμενο  κυβερνητικοί παράγοντες να προβαίνουν σε υποδείξεις και να αμφισβητούν το έργο της Δικαιοσύνης, ασκώντας κυρίως κριτική με κριτήρια μικροπολιτικής ιδιοτέλειας σε μη αρεστές αποφάσεις, και από την άλλη έχουμε τη δικαστική εξουσία, δηλαδή τους 4.000 περίπου δικαστικούς  λειτουργούς όλων των κλάδων, που με ευσυνειδησία, με αυταπάρνηση και σθένος, κάτω από ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες, επιτελούν το καθήκον τους.

Δικαστικούς λειτουργούς που έχουν όραμα για τη Δικαιοσύνη και δεν επηρεάζονται ούτε τους αγγίζει η χάριν εντυπωσιασμού και δίχως επιστημονικά κριτήρια κριτική των αποφάσεων.

Δικαστικούς λειτουργούς που, με γνώμονα την αρχή της νομιμότητας, μακριά από διάφορες σκοπιμότητες, συμβάλλουν στην  προστασία του Έλληνα πολίτη, που επί επταετία δοκιμάζεται, στην κοινωνική ειρήνη και στην εύρυθμη λειτουργία του δημοκρατικού μας πολιτεύματος.

Επομένως, εφόσον το Δικαστικό Σώμα ενεργεί κατά τον παραπάνω τρόπο, δεν υπάρχει μέτωπο πρόσφορο προς αντιπαραθέσεις με την εκτελεστική εξουσία και, συνεπώς, για ποια κρίση μιλάμε;

Ωστόσο, η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, σε δελτίο Τύπου που εξέδωσε, μίλησε για προσπάθεια πλήρους υποταγής της Δικαιοσύνης από την κυβέρνηση.

Πρώτα απ’ όλα, για να υπάρξει υποταγή του δικαστή, πρέπει αυτός να δέχεται την υποταγή, κάτι τέτοιο δεν χαρακτηρίζει τον Έλληνα δικαστή.

Κατά τ’ άλλα, μου δίνετε τη δυνατότητα να σας ενημερώσω ότι τόσο το δελτίο Τύπου, για το οποίο μιλάτε, όσο και οι προηγούμενες ανακοινώσεις, που φέρονται ως ανακοινώσεις της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, αποτελούν προσωπικές ανακοινώσεις εννέα μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, που διστάζουν να θέσουν τις υπογραφές τους σ’ αυτές και δεν εκφράζουν τα υπόλοιπα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και, πολύ περισσότερο, το Δικαστικό Σώμα.

Την οικειοποίηση της σφραγίδας της Ένωσης καταγγείλαμε η ομιλούσα και ο πρώην γενικός γραμματέας, πρόεδρος Πρωτοδικών κ. Κων/νος Βουλγαρίδης, άλλωστε, δημοσίως, πρόσφατα.

Σε τι διαφωνείτε με τις ανακοινώσεις των εννέα μελών του προεδρείου;

Θεωρώ ότι αυτές δημιούργησαν το πρόβλημα, δηλαδή τη δυσαρμονία των σχέσεων της εκτελεστικής εξουσίας και του προεδρείου της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων. Όταν γίνεται απολογισμός του έργου του προεδρείου και μιλούν για 55 ανακοινώσεις σ’ ένα έτος, για 55 ανακοινώσεις που σ’ αυτές μιλούν για φασιστικά καθεστώτα, για ταύτιση του δημοκρατικού μας πολιτεύματος με καθεστώτα όπως της Τουρκίας και της Πολωνίας, ως προς την αντιμετώπιση των δικαστών, τότε εύκολα συμπεραίνουμε ότι χάθηκε το μέτρο.

Οι προσωπικές αντιλήψεις του καθενός δεν μπορεί να εκφράζονται προς τα έξω ως θέσεις όλων των δικαστικών λειτουργών.

Είναι δυνατόν να πιστεύει οποιοσδήποτε δικαστής, πλην των εννέα, ότι η κυβέρνηση, όχι μόνο η παρούσα αλλά οποιαδήποτε εκλεγμένη στην κοιτίδα της δημοκρατίας, της ελευθερίας και του σεβασμού των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, μπορεί να ακολουθήσει το παράδειγμα της Πολωνίας και της Τουρκίας, που ειδικά στην τελευταία οι δικαστές  έχουν υποστεί διώξεις, έχουν απολυθεί 4.000 και πολλοί είναι κρατούμενοι, άνευ δίκης, σε φυλακές;

Τι θα επιφέρει την ειρήνευση των σχέσεων μεταξύ των δύο πλευρών;

Η ενασχόληση κάθε πλευράς με τα του οίκου της, ο σεβασμός της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, η θεσμική και μόνο συνεργασία των εκπροσώπων της εκτελεστικής και της δικαστικής λειτουργίας, είτε πρόκειται για τη φυσική ηγεσία των δικαστηρίων είτε για τα συνδικαλιστικά  όργανα, και ο γόνιμος διάλογος μεταξύ τους.

Ειδικά για τον συνδικαλιστή δικαστή, πρέπει ν’ αναφέρω ότι ο λόγος του πρέπει να παραμένει επιστημονικός, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να είναι κομματικός, αντιπολιτευτικός ή συμπολιτευτικός, εκτός εάν προσπαθεί να μεταπηδήσει σε άλλη εξουσία…

Κυρία πρόεδρε, να επανέλθουμε στο θέμα της κριτικής των δικαστικών αποφάσεων που αναφέρατε. Μπορούν να ασκούν κριτική κυβερνητικοί παράγοντες;

Η Δικαιοσύνη δεν είναι ανεξέλεγκτη. Οι αποφάσεις της κρίνονται και σε αρκετές, που συγκεντρώνουν το δημόσιο ενδιαφέρον, ασκείται δημόσια κριτική. Η κριτική, όμως, πρέπει να γίνεται με επιστημονικά κριτήρια, διότι τα τελευταία χρόνια οι αποφάσεις διακρίνονται σε αρεστές ή μη αρεστές στην εκάστοτε κυβέρνηση και σε αποφάσεις που εξυπηρετούν τους δημοσιονομικούς στόχους ή σε αποφάσεις που δεν εξυπηρετούν αυτούς, δηλαδή γίνεται με κριτήρια αμιγώς πολιτικά.

Η κριτική δε με τέτοια κριτήρια είναι διαχρονικό φαινόμενο, πλην των πρόσφατων αποφάσεων, που όλοι γνωρίζουμε. Να σας υπενθυμίσω τις αποφάσεις για το  ειδικό τέλος ΕΕΤΗΔΕ, το λεγόμενο χαράτσι της ΔΕΗ, τις αποφάσεις που έκριναν την περικοπή μισθών και συντάξεων αντισυνταγματική και τις δηλώσεις περί μη εφαρμογής αυτών από τους κυβερνώντες.

Να σημειώσω, επίσης, ότι οι δικαστικοί λειτουργοί δεν διεκδικούν το αλάθητο, γι’ αυτό άλλωστε προβλέπονται και ένδικα μέσα.

Θεσμικά η ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας είναι κατοχυρωμένη. Στην πράξη έχουμε όλοι ακούσει για παράγοντες που παρεμβαίνουν στον χώρο της Δικαιοσύνης. Ποιο το δικό σας σχόλιο;

Η ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών είναι το θεμέλιο του Κράτους Δικαίου, είναι οργανωτική βάση του δημοκρατικού πολιτεύματος. Ανεξαρτησία σημαίνει έλλειψη εξάρτησης από την πολιτική εξουσία και αποχή από τη λήψη αποφάσεων σκοπιμότητας. Η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης εξαρτάται από τον ίδιο τον δικαστή.

Οι Έλληνες δικαστές διαθέτουν σθένος, ήθος και  υψηλό φρόνημα, ώστε ν’ αποκρούουν κάθε προσπάθεια παρέμβασης. Θεωρώ ότι δεν υπάρχει «εύφορο έδαφος» για χειραγώγηση της Δικαιοσύνης από τους εκάστοτε κυβερνώντες.

Κλείνοντας να σας πω: «Η Δικαιοσύνη αντανακλά τον βαθμό του πολιτισμού μίας χώρας. Ο καλός δικαστής καθιστά καλύτερο τον άνθρωπο και την κοινωνία. Ο κακός δικαστής, διά της πλάνης και της αδικίας, δημιουργεί το πνεύμα της ανταρσίας, επιζήμιο εις την κοινωνία. Η χρεοκοπία του δικαστού είναι η αρχή της κοινωνικής αποσυνθέσεως και διαλύσεως».

Δεν είναι δικά μου λόγια, είναι του Α. Φλώρου, ενός δικαστή που αγωνίσθηκε για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, όταν είχε πραγματικά καταλυθεί η δημοκρατία.

Συνέντευξη στη Μαίρη Ζαρκάδα

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο που κυκλοφόρησε το Σάββατο 29/7

Εφημερίδες

Διαβάστε όλες τις εφημερίδες online

ΑΡΧΕΙΟ

NEWSLETTER