Η εποχή μας θα γραφτεί στην ιστορία για πολλούς λόγους. Για την πρωτοφανή πανδημία του κορονοϊού, για την (εξαιτίας του) τεράστια «βουτιά» της παγκόσμιας οικονομίας και για την αλλοπρόσαλλη κατά πάντων επιθετική τακτική Ερντογάν.
Θα γραφτεί όμως στα κιτάπια και για κάτι άλλο. Είναι η πρώτη φορά στην ιστορία της ελληνικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, που τα ποσοστά δημοτικότητας μιας κυβέρνησης παραμένουν απολύτως ανεπηρέαστα από τους «κατακλυσμούς και τις θύελλες» που χτυπούν τη χώρα και τον λαό της. Αυτές οι 17-18 μονάδες διαφοράς της ΝΔ από τον ΣΥΡΙΖΑ, οι οποίες παραμένουν σταθερές εδώ και 15-16 μήνες, αν το καλοσκεφτούμε, δείχνουν ένα πραγματικό πολιτικό θαύμα.
Να υπάρχει ύφεση στην οικονομία, να ζούμε μέσα στον ζόφο και τους περιορισμούς της πανδημίας, να μας χτυπά κατακούτελα η Ερντογανική απειλή, όλα αυτά να ανατρέπουν δραστικά τη ζωή μας σε όλα τα επίπεδα, και όμως οι πολιτικοί συσχετισμοί να μην επηρεάζονται. Θα ισχυριστούν κάποιοι ότι αυτό συμβαίνει διότι όλα τα χτυπήματα είναι εξωγενή, οπότε ο κόσμος δεν ρίχνει στην κυβέρνηση την ευθύνη για το ξέσπασμά τους. Θα πουν άλλοι ότι ο Κυριάκος και η κυβέρνηση του τα πάνε πολύ καλά σε όλα τα μέτωπα, οπότε ο κόσμος συνεχίζει να τους στηρίζει παρά τις δυσκολίες.
Ναι, η κυβέρνηση γενικώς τα πάει καλά, αλλά υπάρχουν και αρρυθμίες. Υπάρχουν και λάθη. Και βέβαια, δεν σημειώνει παντού επιτυχίες (και είναι φυσικό) και μάλιστα μεγάλες σε όλα τα μέτωπα, ώστε να μην έχει χάσει ούτε μισή μονάδα δημοτικότητας. Άρα, κάτι συμβαίνει και υπάρχει αυτή η θριαμβευτική διαφορά που παραμένει ίδια κι απαράλλαχτη από την επομένη των εκλογών. Το πρώτο που θα μπορούσε να επισημάνει κανείς είναι ότι οι πολίτες δεν έχουν ακόμα αρχίσει να κρίνουν επί της ουσίας το σύνολο του κυβερνητικού έργου της ΝΔ.
Στην παρούσα φάση και όταν βρεθούν μπροστά σε δημοσκόπο, επικρίνουν πρώτα τον ΣΥΡΙΖΑ για το δικό του κυβερνητικό του έργο. Αλλά μετά τον επικρίνουν και για την αντιπολιτευτική του τακτική, την οποία θεωρούν καιροσκοπική. Όταν, π.χ., για να μείνουμε μόνο στα τελευταία, ο κ. Τσίπρας ζητά «εδώ και τώρα» την επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια (κάτι που δεν είχε κάνει όταν ήταν πρωθυπουργός), δεν μπορεί να αποφύγει τον χαρακτηρισμό του χρονίως λαϊκιστή. Όταν απειλεί τους πολιτικούς του αντιπάλους πως τη δεύτερη φορά στην εξουσία θα είναι πιο σκληρός, θα είναι αμείλικτος, προφανώς και δεν αντιλαμβάνεται πως με αυτήν την απειλή ακυρώνει αυτομάτως κάθε πιθανότητα επανόδου του στην εξουσία, καθώς αποκόπτεται από εκείνους τους ψηφοφόρους που είναι απαραίτητοι σε κάθε μεγάλο κόμμα για να νικήσει στις εκλογές. Και όταν ψευδώς ισχυρίζεται ότι επί των ημερών του δεν βγήκε σε πλειστηριασμό ούτε μία πρώτη κατοικία και «δεσμεύεται στον ελληνικό λαό» ότι τη δεύτερη φορά που θα επανέλθει στην εξουσία θα καταργήσει τον πτωχευτικό νόμο, και θα πάρει «τα κλειδιά από το παρασιτικό κεφάλαιο», μάλλον του λείπει η αυτογνωσία για το μέγεθος της αξιοπιστίας των υποσχέσεων που έχει απομείνει στον ίδιο και το κόμμα του, από την εποχή των φαντασιώσεων «με ένα άρθρο και έναν νόμο».
Ασφαλώς και έχει κάθε δικαίωμα ο ΣΥΡΙΖΑ να ασκεί την όποια αντιπολίτευση επιθυμεί. Όμως η ρητορική του απευθύνεται μόνο σε ένα φανατισμένο (δεδομένο) ακροατήριο και η ηγετική ομάδα του αδυνατεί να συλλάβει και, πολύ περισσότερο, να επεξεργαστεί την νέα πραγματικότητα. Τα όσα διέπραξαν όταν κυβερνούσαν μαζί με τους ΑΝΕΛ έχουν αποδομήσει πλήρως το συνολικό τους αφήγημα και γι’ αυτό στο πλατύτατο πολιτικό φάσμα ηγεμονεύει σήμερα ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η κυβέρνησή του δεν ανατρέπεται με τέτοιου είδους αντιπολιτευτική τακτική.
του Φώτη Σιούμπουρα
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο





