Το αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος, οι ισπανικές εκλογές, καθώς επίσης και οι δυσκολίες του ελληνικού προγράμματος βρέθηκαν στο επίκεντρο των επαφών που είχε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στις Βρυξέλλες.
Ο πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας τόσο στις κατ΄ιδίαν συζητήσεις που είχε με Ευρωπαίους αξιωματούχους όσο και στις δημόσιες δηλώσεις του χαρακτήρισε «ατυχή» την απόφαση εξόδου της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ωστόσο επέμεινε ότι η απόφαση που ελήφθη πρέπει να γίνει σεβαστή.
Όπως σημείωσε ο κ. Μητσοτάκης «εξαρτάται από τη βρετανική κυβέρνηση να πάρει τις αποφάσεις, ώστε να ξεκινήσει η διαδικασία αποχώρησης», καθώς και ότι «αποτελεί ευθύνη των υπόλοιπων 27 κρατών – μελών να διαφυλάξουν την ακεραιότητα της Ένωσης. Αυτό που φάνηκε από το δημοψήφισμα είναι ότι υπάρχει μια αυξανόμενη ανησυχία στους Ευρωπαίους πολίτες, που νιώθουν εκτεθειμένοι στις δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης και απειλούμενοι από τη μείωση των εισοδημάτων τους».
Επικαλούμενος και το αποτέλεσμα των εκλογών της περασμένης Κυριακής στην Ισπανία, για το οποίο συνεχάρη τον πρωθυπουργό Μαριάνο Ραχόι, ο κ. Μητσοτάκης εκτίμησε ότι συνιστά απόδειξη πως «ο λαϊκισμός δεν αποτελεί απάντηση στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες. Είναι υποχρέωση των πολιτικών ηγετών να οδηγήσουμε τα έθνη μας, αλλά και την Ε.Ε., σε μία νέα περίοδο του μετά – λαϊκισμού στην πολιτική».
Μεταξύ άλλων, ο πρόεδρος της ΝΔ επέμεινε ότι «Το πρόγραμμα δεν βγαίνει όπως συμφωνήθηκε», χαρακτηρίζοντας «ανέφικτο» τον στόχο για πρωτογενή πλεονάσματα ύψους 3,5% του ΑΕΠ.
Εκτενή συζήτηση για το συγκεκριμένο ζήτημα έκανε ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης με τον πρωθυπουργό της Ιρλανδίας Έντα Κένυ, ο οποίος εφάρμοσε τα προηγούμενα χρόνια αποτελεσματικό πρόγραμμα εξόδου της χώρας του από το Μνημόνιο.
Ο κ. Μητσοτάκης είπε στον κ. Κένυ ότι το πρόγραμμα του «μπορεί να αποτελέσει πηγή έμπνευσης και για την Ελλάδα». Ενώ, κατά τις ίδιες πηγές, ο Ιρλανδός πρωθυπουργός δήλωσε σύμφωνος με τις προτάσεις του προέδρου της ΝΔ για «ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις, μεγαλύτερη ανάπτυξη και μικρότερα πλεονάσματα», υποσχόμενος να παράσχει στήριξη στην αλλαγή των στόχων στην κατεύθυνση του «2+4».






