Τα δεδομένα είναι γνωστά για τα Σκόπια. Υφίστανται η Συμφωνία των Πρεσπών, η ελληνική ιστορία κι εκείνη των Σλαβομακεδόνων, η μέχρι τώρα στάση της διεθνούς κοινότητας, η αντίστοιχη της γειτονικής χώρας, η έξαρση του εθνικισμού, οι προοπτικές ανάπτυξης των διμερών σχέσεων, η επιδίωξη σταθερότητας και ασφάλειας στα Νότια Βαλκάνια και άλλες δευτερεύουσες παράμετροι, που συνθέτουν τη μεγάλη εικόνα ενός σταυρόλεξου που «επιλύουν» λέξη-λέξη δυνατοί λύτες της διεθνούς διπλωματίας.
Αν δεν υπήρχε διάβολος κρυμμένος στις λεπτομέρειες, ίσως να είχαν απλουστευθεί τα «επίμαχα» άρθρα και εδάφια της συμφωνίας.
Το «Π» δηλώνει ευθύς εξαρχής απροθυμία συμμετοχής στο «πάρτι της ελαφρότητας», όπου το ονοματολογικό ζήτημα επισκιάζει τις κρίσιμες λεπτομέρειες της συμφωνίας, που θα καθορίσουν στο εγγύς και απώτερο μέλλον την ιστορική και πολιτιστική ταυτότητα των Σκοπιανών.
Ανεξάρτητα από τον χρόνο που θα απαιτηθεί για να κυρωθεί η συμφωνία από τα δύο Κοινοβούλια, εκείνο που προέχει για την Ελλάδα είναι να αποδώσει σημασία στα ουσιωδέστερα σημεία της συμφωνίας, με προφανή στόχο την εξάλειψη όλων των παρερμηνειών, ώστε να είναι αποκλεισμένη εκ προοιμίου κάθε απαράδεκτη πρόθεση ή αξίωση της γείτονος χώρας.
Με δεδομένη την ασάφεια του χρόνου που θα μπορέσουν τα Σκόπια να φτάσουν στην κύρωση της συμφωνίας από το Κοινοβούλιό τους και να προχωρήσουν σε συνταγματική αναθεώρηση, προσφέρεται η ευκαιρία στην ελληνική πλευρά να επιζητήσει με όρους «δεσμευτικής σαφήνειας» ερμηνείες της συμφωνίας, που θ’ αποτρέπουν τα Σκόπια από κάθε μελλοντική παρασπονδία τους.
Ο Ζόραν Ζάεφ έχει δώσει αρκετές λαβές, που δικαιολογούν την άκρα επιφυλακτικότητά μας και ενισχύουν την άποψή μας ότι κάποιες «διαβολολεπτομέρειες» πρέπει τώρα να διασαφηνισθούν. Είναι εθνικά επιβεβλημένο τώρα να συμβεί αυτό.
Όπως δέχθηκαν οι γείτονες να αναθεωρήσουν το Σύνταγμά τους για να εξαλειφθούν οι αλυτρωτικές διαθέσεις τους, έτσι οφείλουν να δεχθούν και τις ερμηνείες για το «έθνος» και τη «γλώσσα», αν θέλουν να πείσουν ότι έκαναν μια ειλικρινή συμφωνία με την Ελλάδα που προτίθενται να τηρήσουν ευλαβικά.
Η κυβέρνηση, εν προκειμένω, πρέπει με αυστηρό τρόπο να καταστήσει σαφές στην άλλη πλευρά ότι δεν ανέχεται τη συστηματική παρερμηνεία κρίσιμων εδαφίων της συμφωνίας. Δεν υφίσταται «μακεδονική εθνικότητα», όπως λέει με θρασύτητα ο Ζάεφ. Ούτε είναι δυνατόν να τον ακούμε να υποστηρίζει ότι «η Μακεδονία είναι μία και Σκοπιανή» και ότι «δεν υπάρχει γεωγραφικώς άλλη Μακεδονία, ούτε στην Ελλάδα, ούτε στη Βουλγαρία» και να μένουμε απαθείς. Αλλά και ούτε μπορούμε να ανεχόμαστε τον Σκοπιανό πρωθυπουργό να καυχιέται για τη «μακεδονική γλώσσα» της χώρας του, αποκρύπτοντας τη σλαβική προέλευσή της.
Έχει κενά η Συμφωνία των Πρεσπών, που μόνο με ρητές δικλείδες καλύπτονται. Κατηγορηματικά, λοιπόν, να ζητηθεί ερμηνευτική δήλωση (corpus) στο κείμενο ή στο αναπόσπαστο παράρτημα της συμφωνίας, που θα καθιστά σαφές ότι δεν αναγνωρίζεται η ύπαρξη «μακεδονικού έθνους» και «γλώσσας».
Υπό τη διασφάλιση των όρων, που θα φρονηματίσουν τους βόρειους γείτονές μας, οφείλουμε κι εμείς να «χωνέψουμε» τη σύνθετη ονομασία, γιατί θα παραπέμπει αυστηρά και μόνο στον γεωγραφικό προσδιορισμό «Βόρεια» πριν από τη λέξη «Μακεδονία» και θα ισχύει έναντι όλων (ergaomnes) για κάθε χρήση, εσωτερική και διεθνή.
Με δεδομένη την παγίωση της ονομασίας «πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας», που έχει ήδη αναγνωριστεί από 140 χώρες, είναι αργά για να γυρίσουμε πίσω. Είναι, δε, μπροστά μας η επιβολή όρων, χωρίς εθνικιστικές κορόνες, που θα δώσουν προοπτική «κηδεμονίας» της Ελλάδας στα Βαλκάνια, με τη «Βόρεια Μακεδονία» γεωγραφικό υποσύνολό της.
Μετά ταύτα, τελειώνουν εδώ οι αξιώσεις μας; Προφανώς όχι! Η Ελλάδα, ως θύμα μίας διεθνούς πλεκτάνης, που άρχισε να εξυφαίνεται από τα μέσα του 19ου αιώνα, χρειάζεται να επικοινωνήσει συστηματικά τα ατράνταχτα επιχειρήματά της και ότι, χάριν της καλής γειτονίας και της εξυπηρέτησης των συμμαχικών συμφερόντων στα Βαλκάνια, έχει ήδη κάνει μια «εκχώρηση», έστω και κατά γεωγραφική έννοια, που την «πληγώνει». Όποιος ανατρέξει στην ιστορία και είναι καλόπιστος, δεν χρειάζεται παρά λίγο χρόνο για ν’ αντιληφθεί ότι το εθνολογικό συνονθύλευμα των Σκοπιανών έχει τόση σχέση με τον Μ. Αλέξανδρο, όση ο φάντης με το ρετσινόλαδο.
Συνεπώς, η ελληνική «εκχώρηση» πρέπει να τύχει της ανάλογης ανταπόκρισης και ανταπόδοσης. Εν προκειμένω, όμως, δεν φαίνεται να έχει τύχει αναγνώρισης, από τον διεθνή παράγοντα, η στάση της χώρας μας. Αλλά είναι και ανεπαρκής η ελληνική κυβέρνηση. Στον μαινόμενο γεωπολιτικό πόλεμο, όπου υπάρχει κίνδυνος διατάραξης των ισορροπιών αν δεν πέσουν τα Σκόπια στην «αγκαλιά» της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, η Ελλάδα προσφέρει στους συμμάχους και στους γείτονες ένα «μαξιλάρι ασφαλείας».
Οφείλει η ελληνική κυβέρνηση να μας πει τι παίρνουμε. Ποια τα οφέλη του δεινοπαθούντος ελληνικού λαού. Δικαιούμαστε «αντίδωρο» στο χέρι. Τώρα που το σίδερο είναι στη βράση, γιατί μόνο τότε «κολλάει». Κι όταν ρωτάμε «τι παίρνουμε;», δεν εννοούμε τη στήριξη που εξασφαλίζει η συγκυβέρνηση από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Αυτή ποσώς μάς ενδιαφέρει. Μόνο κομματικά συμφέροντα εξυπηρετεί.
Ο ΣΥΡΙΖΑ και οι ΑΝΕΛ, όπως και κάθε άλλο κόμμα, έρχονται και φεύγουν από την εξουσία. Η Ελλάδα μένει πίσω. Και για να πάει μπροστά,τα οφέλη πρέπει να είναι εθνικά και απτά για τη μέλλουσα ευημερία του ελληνικού λαού.
Τα περιμένουμε!
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο






