Έχει περάσει ένας μήνας από τότε που συνελήφθησαν οι δύο Έλληνες στρατιωτικοί, επειδή από κακό υπολογισμό λόγω καιρικών συνθηκών εισήλθαν σε τουρκικό έδαφος, σύμφωνα με την πρώτη ανακοίνωση του υπουργείου Εθνικής Άμυνας, και οι μέχρι τώρα χειρισμοί της κυβέρνησης δείχνουν ότι θα περάσει αρκετός καιρός μέχρι να πατήσουν ξανά σε ελληνικό έδαφος.
Η άμεση επιστροφή τους, όπως μας διαβεβαίωνε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, μετατράπηκε σε ένα ατέρμονο διπλωματικό παιχνίδι εκβιασμού και πίεσης του Ερντογάν, για να υλοποιήσει τους σκοπούς του. Δυστυχώς στην παγίδα που έστησε ο Tούρκος πρόεδρος δείχνει να έχει πέσει μέσα η ελληνική κυβέρνηση, με την αλλαγή ρότας τις τελευταίες ημέρες.
Έτσι, από την Κυριακή το βράδυ η ελληνική κυβέρνηση έχει δύο επίσημες θέσεις:
α) Οι δύο στρατιωτικοί εισήλθαν σε τουρκικό έδαφος, όχι εξαιτίας των καιρικών συνθηκών, αλλά για να ελέγξουν διόδους εισόδου λαθρομεταναστών.
β) Ο Ερντογάν είναι «Σουλτάνος», «τρελός» και κάνει ό,τι θέλει.
Για όσους δεν έχουν καταλάβει ακόμη την επάρκεια, την αντίληψη αλλά και την αποτελεσματικότητα αυτής της κυβέρνησης, οι ανακοινώσεις αυτές είναι άξιον απορίας.
Τι περιμένει, δηλαδή, το Μέγαρο Μαξίμου να πετύχει με τέτοιου τύπου αντιδράσεις; Μήπως την απελευθέρωση των δύο στρατιωτικών; Για τους οποίους η ελληνική κυβέρνηση επισήμως υιοθετεί και δημοσιοποιεί τη θέση, ότι παρανόμως εισήλθαν σε έδαφος ξένης χώρας, «αλλά, έλα μωρέ, δεν έγινε και τίποτε»;
Ή μήπως θα τρόμαζε ο πανίσχυρος πλέον ηγέτης της γειτονικής χώρας Ερντογάν, επειδή τον αποκάλεσε ο πρωθυπουργός «Σουλτάνο» και ο υπουργός Εθνικής Άμυνας «τρελό»; Ο οποίος μάλιστα προέβη και σε στρατιωτικές εκτιμήσεις, ότι το 80% των τεθωρακισμένων της Τουρκίας είναι διαλυμένα και το 60% των δυνάμεών τους σε προσωπικό βρίσκεται εκτός στρατεύματος (αυτά, δηλαδή, που θα έπρεπε να είναι αντικείμενα εσωτερικού διαλόγου και πληροφορίες που θα λαμβάνονταν υπόψη στον στρατιωτικό σχεδιασμό μας κοινοποιούνται ελαφρά τη καρδία στο ακροατήριο). Και δεν έχει ευθύνη κανείς για όλα αυτά; Κανείς από τους υπεύθυνους κυβερνητικούς παράγοντες, οι οποίοι, ακόμη και με τη φρασεολογία που χρησιμοποιούν, ρίχνουν λάδι στη φωτιά. Γιατί βασική ευθύνη για την αποθράσυνση του Ερντογάν φέρει ξεκάθαρα η λανθασμένη κυβερνητική προσέγγιση όσον αφορά τον ύπουλο τακτικισμό της Τουρκίας.
Να πούμε για την επίσκεψη Ερντογάν στην Ελλάδα, που υποτίθεται ότι θα γινόμασταν γέφυρα για την αναθέρμανση των σχέσεων Δύσης – Ανατολής, και, αντί αυτού, δώσαμε βήμα στον Τούρκο πρόεδρο να μας τρίψει στη μούρη τις νέο-οθωμανικές ονειρώξεις του;
Να πούμε για την κλιμακούμενη στρατηγική έντασης της Τουρκίας, που ξεκίνησε από τις παραβιάσεις, τις λεκτικές προκλήσεις, τον εμβολισμό λιμενικού σκάφους, την οποία δεν κατανόησε η κυβέρνηση, με αποτέλεσμα να βλέπουμε σήμερα ανήμποροι να βοηθήσουμε τα δύο παλικάρια;
Να πούμε για την ανικανότητα αποτροπής των ορδών προσφύγων και λαθρομεταναστών, που άρχισαν πάλι να μας στέλνουν οι γείτονες, με στόχο τον εγκλωβισμό τους στο παζάρι τους, κάτι που φάνηκε και στη Σύνοδο της Βάρνας;
Ή να πούμε για την τεράστια γκάφα του πρωθυπουργού να υποσχεθεί στον Ερντογάν την έκδοση των 8 Τούρκων στρατιωτικών, που έφερε τη σύγκρουση (φραστική προς το παρόν) μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας;
Ο εξ Ανατολών κίνδυνος –στον βαθμό που υφίσταται– δεν αντιμετωπίζεται ούτε με φραστική επίδειξη «ισχύος» και «αποφασιστικότητος» ούτε με ρητορικές καταγγελίες της συμπεριφοράς της Άγκυρας –ανάρμοστης, δίχως αμφιβολία– ούτε με μόνο τη «διεθνοποίηση» των διαφορών που υφίστανται εδώ και πολλές δεκαετίες μεταξύ των δύο χωρών.
Να θυμηθούμε, δηλαδή, ότι τόσο κατά την ελληνοτουρκική κρίση του 1987, όσο και το 1996, με την περίπτωση των Ιμίων, συρθήκαμε σε διαπραγματεύσεις, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί –ατύπως– καθεστώς δυσμενέστερο για τα συμφέροντα της Ελλάδος;
Η δημόσια φλυαρία και η «πατριωτική» ρητορεία δεν ωφελούν. Αφέλεια καταδεικνύουν μάλλον, διότι η αποτροπή μπορεί να λειτουργήσει μόνον εάν υπάρχει ικανοποιητική στρατιωτική ισορροπία. Όχι όταν υφίσταται δυσμενής συσχετισμός δυνάμεων και υπεροπλία του αντιπάλου.
Η Ελλάδα αντιμετωπίζει μια σαφή στρατηγική απειλή. Η οικονομική κρίση είχε επιπτώσεις στην άμυνα της χώρας. Καμία κυβέρνηση, δυστυχώς, δεν βρήκε το θάρρος να περιορίσει περιττές δαπάνες, έτσι ώστε να μειωθεί ο αντίκτυπος στις δυνατότητες των Ενόπλων Δυνάμεων. Σοβαρότατες εκκρεμότητες λιμνάζουν. Έχει φθάσει η ώρα των αποφάσεων. Ο ιστορικός του μέλλοντος θα είναι αυστηρός και θα επιμερίσει τις όποιες ευθύνες για όσα δεν έγιναν εγκαίρως. Τώρα αυτό που προέχει είναι να γίνουν, όσο πιο γρήγορα είναι εφικτό. Οι στιγμές απαιτούν αποφασιστικότητα και συναίνεση στα αυτονόητα.
του Φώτη Σιούμπουρα
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο





