Μετά από μία δεκαετία κρίσης, η Ελλάδα εισήλθε στη φετινή περίοδο των εορτών με την αίσθηση της επιστροφής σε κάποιου είδους κανονικότητα. Παράλληλα παρατηρείται και κάποιο είδος αισιοδοξίας μετά τις εντυπωσιακές δηλώσεις συμπαράστασης που εξασφάλισε, δια της διπλωματικής οδού, η ελληνική κυβέρνηση έναντι των επιθετικών πρωτοβουλιών της Τουρκίας. Ευρωπαϊκή Ένωση,ΗΠΑ, Ιταλία και Γαλλία πήραν θέση έναντι της διένεξης, που ικανοποιεί την ελληνική πλευρά. Το κύμα όμως συμπάθειας και συμπαράστασης προς τις ελληνικές θέσεις μάλλον πρέπει να θεωρείται απίθανο πως θα ματαιώσει τα τουρκικά σχέδια ανάδειξης της γείτονος σε περιφερειακή δύναμη, κατά πώς επιδιώκει προκλητικά ο Ερντογάν. Στην καλύτερη περίπτωση, θα τα καθυστερήσει λόγω κάποιας αναδίπλωσης, αλλά ο όγκος και το ειδικό βάρος της Τουρκίας την σπρώχνουν προς την εξαργύρωσή τους με μια καλύτερη θέση στον παγκόσμιο χάρτη της ισχύος.
Είναι φανερό πως έχουμε εισέλθει σε μια περίοδο ανακατατάξεων. Περίοδος η οποία, αναλογικά, παρουσιάζει κάποια στοιχεία που παραπέμπουν στις παραμονές του Α΄ και του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Τουρκία, όπως και η Γερμανία της δεκαετίας του ’30 –έναντι της οποίας υπερδυνάμεις όπως η Βρετανία και η Γαλλία ακολουθούσαν μια στάση ουδετερότητας, ανοχής και κατευνασμού–, εξοπλίζεται σαν αστακός και προχωρά σημαντικά σχέδια εγχώριας παραγωγής οπλικών συστημάτων, από τεθωρακισμένα μέχρι μαχητικά αεροπλάνα. Η στρατηγική του Ερντογάν εμφανής: Παραπέμπει σε προσπάθεια αναβίωσης μιας νεο-οθωμανικής αυτοκρατορίας, κατά πώς ο Αδόλφος Χίτλερ θέλησε να αναβιώσει το γερμανικό αυτοκρατορικό Ράιχ. Στην περιοχή μας τώρα, διαμορφώνονται κάποιες συμμαχίες και στρατόπεδα και είναι πολύ πιθανό να δούμε πολλές ανακατατάξεις συμμαχιών και μεταπηδήσεις μεταξύ των αντίπαλων στρατοπέδων, όπως ακριβώς το ’39, που μετά την κατάληψη της Πολωνίας από τη χιτλερική Γερμανία οι «εγγυήτριες» για την ακεραιότητα της Τσεχοσλοβακίας δυνάμεις, Βρετανία και Γαλλία, κήρυξαν τον πόλεμο στη Γερμανία.
Θα πρέπει μάλιστα να επισημανθούν και κάποιες «σχέσεις συμφερόντων», που έχουν αναπτυχθεί, όπως οι σχέσεις της Ευρώπης, των ΗΠΑ και της Ρωσίας με την Τουρκία και την Ελλάδα, που είναι πολύπλοκες και αντιφατικές.Κάτω από αυτές τις συνθήκες πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί και προετοιμασμένοι για ανατροπές στις συμμαχίες που συστήνονται στην περιοχή και στις εγγυήσεις που μας παρέχουν σύμμαχοι, εταίροι και προστάτες. Κυρίως πρέπει να «χαρτογραφήσουμε»κάθε πλευρά που εμπλέκεται και να εξασφαλίσουμε την υποστήριξή της.Σε γενικές γραμμές, πρέπει να προετοιμαζόμαστε πως το 2020 θα είναι μια χρονιά που ίσως μας επιφυλάσσει εκπλήξεις. Μακάρι αυτή η ανακατανομή ισχύος να γίνει μέσω ειρηνικών λύσεων με βάση το Διεθνές Δίκαιο, όπως ακριβώς και επιδιώκει η ελληνική κυβέρνηση. Κανείς όμως δεν αποκλείει το αντίθετο. Κρίνεται πιθανό οι εξελίξεις να γίνουν όχι ακριβώς μέσω διαλόγου και «ειρηνικών διαδικασιών». Γι’ αυτό και η πολιτική ηγεσία της Ελλάδας οφείλει να προετοιμαστεί για όλα τα ενδεχόμενα και ιδιαίτερα να καταστήσει σαφές ότι με θέματα εθνικής κυριαρχίας δεν παίζει. Και να διαμορφώσει αντιστοίχως ανάλογο κλίμα και στον ελληνικό λαό.
Kαι πάνω απ’ όλα να διαμορφώσει κλίμα εθνικής ομοψυχίας. Όχι…μικροψυχίας τύπου Σημίτη, που βρήκε την ευκαιρία στην εθνικά κρίσιμη περίοδο που διέρχεται η χώρα μας να προκαλέσει διχασμό μεταξύ των πολιτών, κατηγορώντας τον πρώην πρωθυπουργό, Κώστα Καραμανλή, λίγο-πολύ για… «πατριωτικό ενδοτισμό».Ποιος; Άντε, ώρες που είναι, να μην αναφερθούμε στα όσα έγιναν επί των ημερών του (μίζες, εξοπλιστικά προγράμματα, Χρηματιστήριο, Οτσαλάν, Ίμια…).
του Φώτη Σιούμπουρα
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο





