Σε σκάνδαλο κινδυνεύει να εξελιχθεί η υπόθεση της αγοράς δύο γαλλικών φρεγατών τύπου FREMM, αλλά και της αναβάθμισης των Μirage, πριν ακόμη επέλθει συμφωνία και υπογραφεί η σχετική διακρατική συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας.
Κι αυτό γιατί στις μέχρι τώρα συναντήσεις και συζητήσεις αρμόδιων παραγόντων των δύο χωρών εμφανίζονται κάποια «μελανά σημεία» και «περίεργοι μεσάζοντες» ο ρόλος των οποίων θα πρέπει να διακριβωθεί. Χαρακτηριστική η περίπτωση «επιχειρηματικού εταίρου», το όνομα του οποίου περιλαμβάνεται στη λίστα των 53 που απάρτιζαν το ελληνικό επιχειρηματικό team με το οποίο ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, κατά την εδώ επίσκεψή του τον περασμένο Σεπτέμβριο, συζήτησε (και με τον Έλληνα πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα) για εμπορικές συμφωνίες.
Είναι το ίδιο πρόσωπο που αποτελεί πάντα τη διαχρονική επιλογή των γαλλικών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα και ειδικά στα μεγάλα προγράμματα, όπως το περίφημα πρόγραμμα των υποβρυχίων. Πάντα όμως χωρίς εμφανή θεσμικό ρόλο.
Και είναι το ίδιο πρόσωπο που το «Π» είχε αποκαλύψει ότι ως «συνεργάτης» των Γάλλων προωθούσε τα συμφέροντα της Thomson-CSF (μετονομάστηκε σε Thales) και Matra στο πρόγραμμα προμήθειας των μαχητικών Μirage 2000.
Οι Γάλλοι αξιωματούχοι
Εντός του μηνός, πιθανόν την επόμενη εβδομάδα, αναμένεται στην Αθήνα η άφιξη Γάλλων αξιωματούχων, οι οποίοι θα προχωρήσουν σε εξειδικευμένες προτάσεις για τις δύο φρεγάτες τύπου FREMM. Σε κάθε περίπτωση ο χρονικός ορίζοντας απόκτησης, αν και εφόσον αποφασισθεί, είναι το τέλος της διετίας, καθώς το ενδεχόμενο που εξετάζεται είναι η απόκτηση νεότευκτων και όχι μεταχειρισμένων σκαφών. Εκείνο που σίγουρα αποτελέσει το μείζον πρόβλημα είναι το πλαίσιο χρηματοδότησης, διότι το κόστος απόκτησης των δύο σκαφών υπολογίζεται κοντά στα 2 δισ. ευρώ.
Στην παρούσα διεθνή συγκυρία, η στήριξη της Γαλλίας στη χώρα μας είναι κάτι παραπάνω από ξεκάθαρη, τόσο στο μεταναστευτικό θέμα όσο και σε σχέση με την κλιμακούμενα προκλητική και επιθετική στάση της Τουρκίας. Δεν πρέπει, δε, να ξεχνάμε ότι ορισμένα από τα συστήματα που διαθέτουν οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις και κάνουν τη «διαφορά» στο Αιγαίο είναι γαλλικής προέλευσης και κατασκευής.
Μirage και Exocet
Υπενθυμίζεται ότι τα Μirage 2000 EGM/BGM, που αποκτήθηκαν στο πλαίσιο της λεγόμενης αγοράς του αιώνα, θεωρούνται από την ηγεσία της ΠΑ ως το «εργαλείο» για το Αιγαίο και για τον λόγο αυτόν έχουν δρομολογηθεί διαδικασίες ώστε να εξασφαλισθούν τα κρίσιμα ανταλλακτικά που θα αυξήσουν τις διαθεσιμότητες. Σε ό,τι αφορά το βλήμα αέρος επιφανείας AM-39 Exocet, το ΓΕΑ βρίσκεται επίσης σε διαπραγματεύσεις με την κατασκευάστρια εταιρεία ώστε να πραγματοποιηθούν οι ανάλογες συντηρήσεις-επαναπιστοποιήσεις των βλημάτων.
Σημειώνεται ότι συνδυασμός του αεροσκάφος φορέα-βλήματος είναι φονικός για οποιαδήποτε ναυτική δύναμη, διότι το βλήμα αέρος-επιφανείας ΑΜ-39 Exocet θεωρείται κορυφαίο στον τομέα του και δεν το διαθέτει η τουρκική Αεροπορία. Αν, δε, συμπεριλάβει κανείς και το γεγονός ότι ο στόλος μονάδων μείζονος επιφανείας του Πολεμικού Ναυτικού χρειάζεται επειγόντως «ενίσχυση», γίνεται σαφής η αναγκαιότητα των υψηλών διαθεσιμοτήτων των Mirage 2000 και των βλημάτων AM-39 Exocet.
Ανάλογη είναι και η ανάγκη υψηλών διαθεσιμοτήτων της μεταγενέστερης έκδοσης Mirage 2000 Mk5, που αποτελεί την πλατφόρμα μεταφοράς και εξαπόλυσης του βλήματος Scalp EG . Το υποστρατηγικό όπλο Scalp EG έχει μοναδικές δυνατότητες προσβολής καλά προστατευμένων και υψηλής αξίας στόχων ακόμα και σε μεγάλες αποστάσεις εντός της εχθρικής ενδοχώρας και αποτελεί έναν πραγματικό πολλαπλασιαστή ισχύος για την Πολεμική Αεροπορία και κατ’ επέκταση για τις Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας. Αξίζει να αναφερθεί ότι ανάλογο βλήμα δεν διαθέτει η τουρκική Αεροπορία.
Από τα προαναφερθέντα καθίσταται σαφής και στον πλέον αδαή η υψηλή κρισιμότητα των εν λόγω γαλλικών συστημάτων για την άμυνα της χώρας.
Μια άλλη εξέλιξη που έχει κυκλοφορήσει ευρέως στα ελληνικά ΜΜΕ αφορά το Πολεμικό Ναυτικό και την πρόθεσή του να ενισχύσει τον στόλο με δύο υπερσύγχρονες φρεγάτες γαλλικής κατασκευής τύπου FREMM.
Το «φλερτ» με τις FREMM
Το «φλερτ» με τις FREMM, στο πλαίσιο προγράμματος νέων φρεγατών, ξεκίνησε περί το 2004, αλλά τελικά το 2010 ο τότε αναπληρωτής υπουργός Άμυνας Π. Μπεγλίτης δήλωνε στο ειδησεογραφικό πρακτορείο Reuters πως η Ελλάδα θα προχωρήσει με την αγορά έξι φρεγατών FREMM από τη Γαλλία, ενεργοποιώντας τη διμερή συμφωνία της προηγούμενης κυβέρνησης Καραμανλή.
Ως γνωστόν όμως, το 2010 η ελληνική κρίση χρέους «τερμάτισε» το εν λόγω πρόγραμμα, όπως και πολλά άλλα που εθεωρούντο άμεσα υλοποιήσιμα.
Το 2013, ο τότε υπουργός Εθνικής Άμυνας Π. Παναγιωτόπουλος και ο Γάλλος ομόλογός του Ζαν-Ιβ Λε Ντριάν εξέτασαν ένα πλαίσιο που θα οδηγούσε στη σύναψη αμυντικής συμφωνίας μίσθωσης δύο φρεγατών FREMM, ύψους 100 εκατ. ευρώ ετησίως. Το πολύ υψηλό κόστος μίσθωσης «πάγωσε» εκ νέου το πρόγραμμα.
Το 2015, όταν η Γαλλία αποφάσισε ευθέως να παράσχει πολιτική στήριξη για την παραμονής της Ελλάδας στην Ευρωζώνη, άνοιξαν εκ νέου συζητήσεις για τα εξοπλιστικά προγράμματα που βρισκόταν σε εκκρεμότητα.
Φυσικά, με την επίσκεψη Μακρόν το όλο θέμα αναζωπυρώθηκε και καλά πληροφορημένες πηγές αναφέρουν ότι εντός του μηνός, πιθανόν την επόμενη εβδομάδα, αναμένεται στην Αθήνα η άφιξη Γάλλων αξιωματούχων, οι οποίοι θα προχωρήσουν σε εξειδικευμένες προτάσεις για τις δύο φρεγάτες τύπου FREMM.
Ωστόσο, εάν θέλουμε να είμαστε ακριβοδίκαιοι, θα πρέπει μεν να τονίσουμε τη σπουδαιότητα των γαλλικών συστημάτων για το ελληνικό οπλοστάσιο αλλά και την «υποχρέωση» της Ελλάδας προς τη Γαλλία για τη γενικότερη στήριξη που παρέχει σε επίπεδο Ευρωζώνης.
Όμως, όπως έχει αναφέρει και στο παρελθόν το «Π» παρουσιάζοντας σχετικά έγγραφα, φέρεται να υπήρξαν «μελανά σημεία» με «περιέργους μεσάζοντες», που κάποια στιγμή θα πρέπει να «φωτισθεί» ο ακριβής ρόλος τους. Ειδικά, δε, όταν ο ένας μεσάζων βρισκόταν στον κλειστό κύκλο των ανθρώπων που συνάντησε ο Μακρόν στην Ελλάδα όταν πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στη χώρας μας.
Ο «επιχειρηματικός εταίρος» Π. Κ. με τους «ασαφείς σκοπούς»
Το «Π», σε ανύποπτο χρόνο (από τα τέλη Αυγούστου του 2015 έως και τις αρχές του 2017), είχε γράψει πως οι μίζες και η διαπλοκή γύρω από τα εξοπλιστικά προγράμματα της Ελλάδας την περίοδο των «παχιών αγελάδων» είχε και γαλλικό «άρωμα».
Στο πλαίσιο λοιπόν αυτό, είχαν παρουσιασθεί στοιχεία που αφορούσαν τον εν Ελλάδι «συνεργάτη» των Γάλλων, ο οποίος φέρεται άλλοτε ότι προωθούσε τα συμφέροντα της Τhοmson-CSF και της Matra στο πρόγραμμα προμήθειας των μαχητικών Mirage 2000 και σε συμπληρωματικές προμήθειες βλημάτων και υποσυστημάτων και άλλοτε μεμονωμένα της Thomson-CSE (μετονομάσθηκε το 2000 σε Thales) όχι μόνο στον τομέα των προμηθειών εξοπλιστικών συστημάτων, αλλά και σε πρόγραμμα που αφορούσε τον τότε εκσυγχρονισμό του Συστήματος Ελέγχου Εναέριας Κυκλοφορίας (ΕΕΚ) της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ).
Ο «μεσάζων» Π. Κ. αποτελεί πάντα τη διαχρονική επιλογή των γαλλικών εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα και ειδικά στα μεγάλα προγράμματα, όπως το πρόγραμμα των υποβρυχίων, στο «πλευρό» της γαλλικής DCN International –εξαγωγικός βραχίονας της κρατικής Διεύθυνσης Ναυτικών Κατασκευών– και θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι τουλάχιστον στο παρελθόν αποτελούσε «σοβαρή» γαλλική επένδυση στα ελληνικά εξοπλιστικά προγράμματα.
Διότι, πώς αλλιώς να εκληφθεί ιδιόχειρο σημείωμα από το ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία» που εστάλη ως fax με παραλήπτες τον Λουκά Ρωμανό, επίσημο αντιπρόσωπο προώθησης γαλλικών συμφερόντων στην Ελλάδα, και δύο υψηλόβαθμα στελέχη της γαλλικής βιομηχανίας εκείνης της εποχής, τους R. Eskinazi και D. Petre, και κάνει αναφορά στο γαλλικό αντιαεροπορικό σύστημα Crotale και το ΚΥΣΕΑ (Κυβερνητικό Συμβούλιο Εξωτερικών και Άμυνας).
Και φυσικά, δεν είναι παράνομο κάποιος να ενημερώνει τους συνεργάτες του, αλλά το ερώτημα είναι ότι ο Π. Κ. δεν ήταν επίσημος συνεργάτης κάποιας γαλλικής εταιρείας ή κάποιας εν Ελλάδι επίσημης αντιπροσωπείας που προωθούσε τα γαλλικά συμφέροντα, ούτε υπήρχε κάποια απευθείας «σύμβαση έργου» με τις γαλλικές εταιρείες.
Τέτοιου είδους ερωτήματα θα πρέπει να λαμβάνουν εμπεριστατωμένες απαντήσεις στην Ελλάδα του 2018. Δεν είναι λοιπόν δικαιολογημένο ο Έλληνας πολίτης να θέλει να λάβει απαντήσεις σχετικά με το εάν τα χρήματα που ξοδεύτηκαν και ξοδεύονται για εξοπλισμούς πιάνουν τελικά τόπο, και αν τελικά τα εξοπλιστικά έχουν οσμή αδιαφάνειας και διαφθοράς, όχι γενικά και αόριστα, ανάλογα με τα μικροπολιτικά συμφέροντα, αλλά συγκεκριμένα, χωρίς «ασυλία» των «ημέτερων»;
«Καμπάνα» 81 εκατ. ευρώ στην Airbus για «υπόνοιες» διαφθοράς
Ας δούμε όμως την πολιτική που ακολουθείται πλέον στο πλαίσιο της ΕΕ για ύποπτες υποθέσεις, μέσα από την πρόσφατη υπόθεση της Airbus.
Αν και την ελληνική πραγματικότητα ταλανίζει ακόμη το σκάνδαλο της Siemens, μια πρόσφατη απόφαση της γερμανικής Δικαιοσύνης δείχνει ότι τα πράγματα είναι απλά όταν υπάρχει πολιτική βούληση.
Συγκεκριμένα, οι γερμανικές εισαγγελικές Αρχές επέβαλαν πρόστιμο ύψους 81,25 εκατομμυρίων ευρώ στην αεροναυπηγική εταιρεία Airbus, προκειμένου να κλείσει η μία από τις δύο έρευνες σε βάρος της, που αφορά μια υπόθεση διαφθοράς σχετιζόμενη με την πώληση μαχητικών Eurofighter στην Αυστρία το 2003. Το συμβόλαιο αφορούσε την πώληση 18 μαχητικών για λογαριασμό της αυστριακής Αεροπορίας.
Οι εισαγγελείς του Μονάχου ερευνούσαν το αν η Airbus δωροδόκησε αξιωματούχους για να κερδίσει μια σύμβαση ύψους 2 δισ. δολαρίων, κατηγορία που η εταιρεία διέψευδε κατηγορηματικά.
Σύμφωνα με τη γερμανική Εισαγγελία τονίσθηκε ότι από την ευρεία έρευνά τους, σε στενή συνεργασία με τις αυστριακές Αρχές, δεν βρέθηκε καμία απόδειξη για δωροδοκία.
Παρ’ όλα αυτά, η εταιρεία δεν κατάφερε να εξηγήσει επαρκώς γιατί κατέβαλε πάνω από 100 εκατομμύρια ευρώ σε δύο εταιρείες-βιτρίνες. Η EADS (όπως ήταν την εποχή εκείνη η ονομασία της μητρικής εταιρείας) έστειλε τα ποσά αυτά στις Vector Aerospace LLP και City Chambers Limited. Τα περισσότερα από αυτά τα κεφάλαια χρησιμοποιήθηκαν για «ασαφείς σκοπούς», σημείωσαν οι εισαγγελείς, προσθέτοντας όμως ότι τελικά δεν στάθηκε δυνατόν να καθοριστεί πού ακριβώς δαπανήθηκαν αυτά τα ποσά.
Από την πλευρά της η Airbus σημείωσε ότι το πρόστιμο που συμφώνησε να πληρώσει σχετίζεται με την «αμέλεια τήρησης των εποπτικών καθηκόντων της» από μη κατονομαζόμενα μέλη της προηγούμενης διοίκησής της.
Η επίσημη θέση της εταιρείας εστιάζει στο ότι πρώην διευθυντικά στελέχη δεν διασφάλισαν, μέσω κατάλληλων ελέγχων, να αποτρέψουν τις πληρωμές σε «επιχειρηματικούς εταίρους», χωρίς να λάβουν ως αντάλλαγμα τις ανάλογες υπηρεσίες.
Τελικά με τη συμφωνία καταβολής των 81,25 εκατομμυρίων τερματίσθηκε η έρευνα από τις εισαγγελικές Αρχές του Μονάχου, αλλά η Airbus και πρώην στελέχη της, όπως ο Τομ Έντερς, ο πρώην διευθύνων σύμβουλος (2000-2005), έχουν μπει στο στόχαστρο των ανακριτικών Αρχών της Αυστρίας για τη σύμβαση των Eurofighter.
Ωστόσο, η έρευνα συνεχίζεται ανεξάρτητα από την απόφαση της Γερμανίας, έχει δηλώσει εκπρόσωπος της Εισαγγελίας της Βιέννης.
του ειδικού συνεργάτη
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο






