Παρασκηνιακά Συνεντεύξεις

Ο Γκίκας Μαγιορκίνης εξομολογείται στο «Π»: Με ξεκουράζει το απέραντο γαλάζιο της θάλασσας

Το κινητό του χτυπάει ασταμάτητα. Μιλάει και απαντάει ευγενικά, ακόμα κι όταν δεν προλαβαίνει. Είναι νέος, 42 ετών, με βραβεία και διακρίσεις, αλλά παραμένει απλός και προσιτός, αφοσιωμένος στην επιστήμη του. Για να κερδίσεις την εμπιστοσύνη του, θα πρέπει να εκτιμήσει την αλήθεια του. Ο καθηγητής Γκίκας Μαγιορκίνης, το νεότερο σε ηλικία μέλος της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων, όταν δεν διδάσκει, δεν αναλύει προβλεπτικά μοντέλα, δεν έχει τηλεδιάσκεψη και δεν είναι στην ενημέρωση, δουλεύει έως αργά στο σπίτι. Παίζει λίγο με τις γάτες του, βλέπει ταινίες και πίνει το αγαπημένο του ποτό, το νεγκρόνι. Όταν κυνηγάει το λυκόφως… βρίσκει τα Κύθηρα. Εκεί ξεκουράζεται στην ξαπλώστρα, πίνει καφέ, όπως όλοι οι νέοι, ντύνεται απλά με βερμούδα και t-shirt, μέχρι να γεμίσει μπαταρίες για να ασχοληθεί και πάλι με τους ιούς!

Τι κάνει ο Γκίκας Μαγιορκίνης τις ώρες που δεν είναι καθηγητής, δεν αναλύει προβλεπτικά μοντέλα και δεν γράφει την ομιλία του για την καθιερωμένη ενημέρωση στο υπουργείο Υγείας;

Τμήμα της καθημερινότητάς μου αποτελεί και η μακροχρόνια έρευνά μου στους ρετροϊούς, η οποία δεν συμπεριλαμβάνει τον κορονοϊό ή μοντέλα κ.λπ. Εκτός από ερευνητής-καθηγητής, όμως, είμαι και ενεργός ιατρός βιοπαθολόγος. Η κλινική πράξη είναι κομμάτι της καθημερινότητάς μου, που συνειδητά δεν το έχω εγκαταλείψει, κατ’ αρχήν διότι η ικανοποίηση από την προσφορά στον ασθενή είναι αναντικατάστατη για έναν ιατρό, αλλά και επειδή η κλινική πράξη μάς βοηθάει να δημιουργούμε ερευνητικά ερωτήματα συμβατά με την πραγματικότητα. Στο μικρό κομμάτι της ημέρας που μου μένει, κάνω γυμναστική, ακούω μουσική και βλέπω ταινίες. Θα ήθελα να βρω χρόνο να παίζω πιάνο. Παλιότερα το έκανα συχνά και μου λείπει πολύ.

Τι σας ξεκουράζει και σας χαλαρώνει;

Ξεκούραση και χαλάρωση νιώθω κοντά στη θάλασσα. Δεν έχω καταλάβει γιατί η θάλασσα έχει τόσο μεγάλη επιρροή σε εμένα. Όταν κάθομαι και τη χαζεύω, με όλες τις διαφορετικές εναλλαγές, γαλήνια βαθιά μπλε, πράσινη μετά τη βροχή ή φουρτουνιασμένη να σκάει στην παραλία, μάλλον συνειδητοποιώ ότι η «γη γυρνάει χωρίς τη δική μου συμμετοχή». Ίσως να είναι και η προσδοκία ότι κάποιους αγαπημένους θα φέρει από τα μακριά. Μπορεί, πάλι, να είναι κάποιας μορφής ψυχολογική αποτύπωση (imprinting), καθότι μεγάλωσα με έντονο το στοιχείο της θάλασσας, σαν τις πάπιες που ό,τι αντικρίσουν μόλις γεννηθούν, το αισθάνονται ως γονιό τους.

Τι σας αρέσει να συζητάτε όταν δεν δουλεύετε;

Δεν είναι το αντικείμενο που με τραβάει τόσο σε μία συζήτηση όσο ο τρόπος της συζήτησης. Μου αρέσει η συζήτηση να μην έχει στεγανά και να αμφισβητώ με δημιουργικό τρόπο τα όποια «τοτέμ» ή τις προκαταλήψεις. Νομίζω ότι είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος που το λέει ο Νίτσε στο «Λυκόφως των Ειδώλων», με τη φιλοσοφία του σφυριού να χτυπάμε να ακούσουμε πόσο κούφια είναι τα «είδωλα» που προσκυνάει ο συνομιλητής.

Τώρα που τα φώτα της δημοσιότητας έπεσαν ξαφνικά επάνω σας, πώς διαχειρίζεστε την ξαφνική αναγνωρισιμότητα; Είναι τροχοπέδη στο να είστε πιο ελεύθερος σε σχέση με το πως ήσασταν παλιότερα;

Είναι εξαιρετικά δύσκολο για εμένα να διαχειριστώ την αναγνωρισιμότητα, κυρίως διότι τα κοινωνικά στερεότυπα και οι σχολιασμοί που προκύπτουν από αυτά είτε με βρίσκουν αδιάφορο είτε με ενοχλούν. Σίγουρα η αναγνωρισιμότητα έχει θετικά στοιχεία, ωστόσο ακόμα και αυτά τα θετικά στοιχεία ανάγονται σε κοινωνικά στερεότυπα.

Θα λέγατε ότι είσαστε ένας κοινωνικός άνθρωπος; Έχετε πολλές παρέες και φίλους ή είστε πιο μοναχικός;

Γενικά είμαι μοναχικός άνθρωπος, ο κοινωνικός μου κύκλος είναι εξαιρετικά μικρός. Σε αυτό έχει συμβάλει και το ότι έλειπα για αρκετά χρόνια στην Οξφόρδη αλλά και το ότι ο ελεύθερος χρόνος μου είναι εξαιρετικά περιορισμένος. Δεν μου αρέσει όμως η απομόνωση. Μπορώ να συγκεντρωθώ να κάνω σημαντική δουλειά, να διαβάσω, να γράψω σε μέρη όπου έχει πολύ κόσμο. Κάποιες φορές, μου αρέσει να είμαι άγνωστος μεταξύ άγνωστων και να δουλεύω στο laptop σε ένα καφέ με μουσική και φασαρία. Γενικά μου αρέσει να γνωρίζω κόσμο. Απλά δεν αναπτύσσω μακροχρόνιους δεσμούς εύκολα.

Θα θέλατε να μας περιγράψετε τα Χριστούγεννα που θυμάστε με νοσταλγία;

Μεγάλη νοσταλγία αισθάνομαι για τα παιδικά Χριστούγεννα, ιδίως τις λίγες φορές που ο πατέρας μου βρισκόταν στην Ελλάδα. Ήταν ναυτικός και συχνά έλειπε, οπότε όσες φορές βρισκόταν σπίτι, ήταν ξεχωριστά. Θυμάμαι ότι κουβαλάγαμε το δέντρο, το οποίο κάθε φορά ήταν μεγαλύτερο από το ταβάνι και δεν χώραγε να περάσει ολόκληρο από τη σκάλα. Βοηθούσα τη γιαγιά να ετοιμάσουμε τη γαλοπούλα, ιεροτελεστία από το πρωί, να καθαρίσουμε τα κάστανα, να ετοιμάσουμε τη γέμιση. Κι ύστερα το τραπέζι, να «μαλώνουμε» ποιος θα φάει περισσότερα κάστανα ή τον λαιμό. Από τα πιο πρόσφατα χρόνια θυμάμαι με πολύ νοσταλγία τα Χριστούγεννα του 2012. Ήταν τα Χριστούγεννα που αισθάνθηκα ότι οι κόποι πολλών ετών απέφεραν καρπούς αναγνώρισης. Μόλις είχα πληροφορηθεί ότι το Ιατρικό Συμβούλιο Έρευνας στο Ηνωμένο Βασίλειο είχε εγκρίνει να χρηματοδοτήσει τη θέση μου ως ανεξάρτητου ερευνητή και επιμελητή στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης με 1 εκατομμύριο λίρες για τέσσερα χρόνια, ενώ έναν μήνα πριν είχα λάβει το βραβείο «Μαρί Κιουρί» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Αν κλείνατε τα μάτια και κάνατε μια όμορφη σκέψη, που θα φάνταζε ιδανική, ποια θα ήταν αυτή;

Ελληνικό καλοκαίρι σε μία από τις πολλές του γεύσεις. Μεσημέρι σε παραλία με λίγο κόσμο και λίγο αεράκι, βράδυ σε μπαράκι με φίλους και δροσερά-πικάντικα κοκτέιλ, απόγευμα με το αλάτι της θάλασσας για καφέ και μουσική, «throwback Thursday». Νομίζω η λίστα είναι ατελείωτη.

Συνέντευξη στην Κατερίνα Παπακωστοπούλου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο

 

Εφημερίδες

Διαβάστε όλες τις εφημερίδες online

ΑΡΧΕΙΟ

NEWSLETTER