Πριν από λίγες ημέρες βρέθηκαν ελληνικές αρχαιότητες στο σπίτι του μεγιστάνα Mάικλ Στάινχαρντ, στη Νέα Υόρκη. Αυτή ήταν μία από τις πολλές περιπτώσεις για να ξεκινήσει εκ νέου η συζήτηση περί κλεμμένων αρχαιοτήτων και αρχαιοκαπηλίας.
Το «Π» συνάντησε τον άνθρωπο που έχει βάλει στόχο να εντοπίσει κλεμμένους αρχαιολογικούς θησαυρούς που ανήκουν στη χώρα μας και έχει ως σκοπό τη ζωής του να υπηρετήσει την ιστορία της Ελλάδας και την πολιτιστική της κληρονομιά. Ο λόγος για τον Δρ Χρήστο Τσιρογιάννη, αρχαιολόγο και ερευνητή παράνομων αρχαιοτήτων και διεθνών κυκλωμάτων στο Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης.
O κ. Τσιρογιάννης, τον οποίο συναντήσαμε στο γραφείο του επίσης ερευνητή και διώκτη των αρχαιοκάπηλων, Γιώργου Τσούκαλη, σπούδασε Αρχαιολογία και Ιστορία της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έλαβε το διδακτορικό του το 2013 από το Πανεπιστήμιο του Κέιμπρτιτζ, με τη μελέτη του για το Διεθνές Κύκλωμα Αρχαιοκαπηλίας.
Ήταν μέλος της ελληνικής ομάδας που επαναπάτρισε αρχαιότητες που είχαν κλαπεί και εντοπιστεί στο Μουσείο Getty, στη συλλογή Shelby White/Leon Levy, στην Γκαλερί Jean-David Cahn AG και αλλού. Είναι ο πρώτος Έλληνας αρχαιολόγος που ορίστηκε πραγματογνώμονας με δικαστική εντολή σε υπόθεση της ελληνικής Δικαιοσύνης.
Πώς προέκυψε η ενασχόλησή σας με την αρχαιολογία και ποιες υποθέσεις ξεχωρίζετε στην καριέρα σας;
Το οφείλω στους γονείς μου, Περικλή και Αθηνά. Όλα ξεκίνησαν το 1977, όταν ήμουν 4 ετών και άρχισαν να δημοσιεύονται οι πρώτες ασπρόμαυρες φωτογραφίες και να γράφονται τα πρώτα κείμενα στις εφημερίδες με τα ευρήματα των Βασιλικών Τάφων της Βεργίνας από τον αείμνηστο καθηγητή Μανώλη Ανδρόνικο. Οι γονείς μου μού έδειξαν σε αυτή την πολύ τρυφερή ηλικία τις φωτογραφίες αυτές και μου εξήγησαν τι είναι τα αρχαία αντικείμενα και πώς μπορεί κανείς να τα ανακαλύψει, να τα σώσει και να κάνει τον κόσμο να μάθει ποια είναι η ιστορία τους. Από τότε μού εμφύτευσαν αυτή την ιδέα, να θέλω να γίνω αρχαιολόγος.
Όσον αφορά τη δίωξη της αρχαιοκαπηλίας, οι υποθέσεις που θα μου μείνουν αξέχαστες για πολλούς λόγους είναι η υπόθεση του Μουσείου Getty και της ιδιωτικής συλλογής Shelby White. Πρώτον γιατί αφορούσαν επαναπατρισμούς που γίνονταν για την πατρίδα μας, την Ελλάδα, δεύτερον γιατί ήταν το κορυφαίο και πιο πλούσιο μουσείο στον κόσμο, το Getty στην Αμερική, και η κορυφαία ιδιωτική συλλογή στον κόσμο, στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης, αυτή της Shelby White. Τέλος, διότι συνδέεται με μία από τις καλύτερες, αν όχι την καλύτερη εργασιακή μου περίοδο με εξαιρετικά άτομα που είχα την τύχη και την τιμή να συνεργαστώ.
Πώς γίνεται η διαδικασία εντοπισμού και ταυτοποίησης των κλεμμένων αρχαιοτήτων;
Η διαδικασία εξαρτάται από τον χαρακτήρα και τη φύση της παράνομης αρχαιότητας, δηλαδή ποια είναι η μορφή της παρανομίας. Συνήθως είναι δύο ειδών: Η πρώτη είναι αυτά τα οποία έχουν νομίμως ανασκαφεί, συντηρηθεί και έχουν εκτεθεί σε ένα μουσείο ή ιδιωτική συλλογή και ακολούθως έχουν παρανόμως αφαιρεθεί και άρα έχουν κλαπεί. Όμως υπάρχει αυτό το ιστορικό, το βιογραφικό, η περιγραφή του κλεμμένου αντικειμένου και μια φωτογραφία του, άρα το κράτος ή ο ιδιώτης ή και οι δύο, αλλά και οι Αρχές, γνωρίζουν τι ψάχνουν. Αντίστοιχα, το άλλο και ποιο δύσκολο φαινόμενο είναι αυτό του αρχαιοκαπηλικού αντικειμένου που ναι μεν είναι επίσης παράνομο, πλην όμως δεν έχει αυτό το αποδεικτικό στοιχείο, το βιογραφικό, δεν υπάρχει επιστημονική φωτογραφία του και δεν είναι γνωστό ότι το αντικείμενο υπήρξε ποτέ και το κράτος αγνοεί ότι έχει ληστευθεί.
Πρόσφατα, το θέμα των κλεμμένων αρχαιοτήτων επανήλθε στο προσκήνιο με την υπόθεση του Αμερικανού μεγιστάνα που είχε στην κατοχή του παράνομα ελληνικές αρχαιότητες. Θα μπορέσουν οι αρχαιότητες αυτές να επιστραφούν στην Ελλάδα και μέσω ποιας διαδικασίας;
Είναι καθαρά θέμα ικανότητας των αρμόδιων υπηρεσιών και των λειτουργών τους, να αποδείξουν ακριβώς αυτή την παράνομη διαδρομή που σας ανέλυσα νωρίτερα, διότι δεν πρόκειται για προηγουμένως γνωστές και ακολούθως αφαιρεθείσες αρχαιότητες, κλεμμένες. Πρόκειται για αρχαιότητες που δεν είχαν φωτογραφηθεί και δεν είχαν μητρώο προηγουμένως, ήταν λαθροανασκαμμένες αρχαιότητες και, συνεπώς, θα πρέπει να γίνει σωστά, από ανθρώπους με εμπειρία και με ικανότητα. Αυτή η διαδικασία και ο έλεγχος για την αποκατάσταση του πραγματικού ιστορικού συλλογής, πηγαίνοντας βήμα-βήμα προς το παρελθόν, για να αποδειχθεί, πρώτον, ότι είναι τα αντικείμενα λαθρανασκαμμένα και, δεύτερον και κυριότερο, ότι έχουν λαθρανασκαφεί από την Ελλάδα, είναι απαιτητική. Μόνο τότε η Ελλάδα θα μπορεί να έχει βάσιμες ελπίδες διεκδίκησης. Αν δεν αποδειχθεί ότι είναι από τον ελλαδικό χώρο, δεν θα είναι δυνατόν να επιστρέψουν στην Ελλάδα.
Τι προκύπτει από τη μελέτη κατασχεμένων αρχείων αρχαιοκάπηλων αναφορικά με τη χώρα μας και τις παράνομες ανασκαφές;
Πρώτα από όλα, ότι η χώρα μας έχει λεηλατηθεί ανηλεώς, όχι μόνο για δεκαετίες, αλλά για εκατονταετίες. Φυσικά τα φωτογραφικά αρχεία συνήθως αναφέρονται από το 1970 και μετά, αποτελώντας μια σπανιότατη δίοδο, πλην όμως υπερπολύτιμη, που μας δείχνει την πραγματική εικόνα του διεθνούς εμπορίου αρχαιοτήτων, η οποία είναι εν πολλοίς τελείως παράνομη. Το εμπόριο αρχαιοτήτων δεν αποτελεί ένα νόμιμο εμπόριο με ορισμένες εξαιρέσεις παρανομίας. Είναι τελείως το αντίθετο: Είναι ένα παράνομο εμπόριο με ελάχιστες, πολύ ενδεικτικές εξαιρέσεις νομιμοφάνειας.
Υπάρχει συνεργασία μεταξύ των ελληνικών Αρχών και των αντίστοιχων του εξωτερικού;
Από τη μία ναι, από την άλλη όχι . Δυστυχώς η κάθε Αρχή, δικαστική, αστυνομική ή άλλη, έχει τη δική της ατζέντα την οποία υπηρετεί πολλές φορές εγωιστικά και ενώ διαφημίζει δημοσίως ότι έχει αγαστή συνεργασία με άλλες υπηρεσίες, αυτό γίνεται μόνο περιστασιακά και μόνο κατά περίπτωση, ώστε η κάθε χώρα να διεκδικήσει ό,τι μπορεί περισσότερο.
Συνέντευξη στη Σοφία Χύτου
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο που κυκλοφόρησε το Σάββατο 13/1






