Πρώτη φορά στη χώρα μας κατά τη Μεταπολίτευση υπήρξε τέτοια ομόθυμη καταδίκη, τουλάχιστον του πολιτικοποιημένου ακροατηρίου, όπως αυτή κατά του Γιάννη Μπουτάρη.
Από τις αριστερές παρυφές του ΣΥΡΙΖΑ, διαπερνώντας όλο το κόμμα, περνώντας από την Κεντροαριστερά και φτάνοντας στον φιλελεύθερο χώρο και την μετριοπαθή Δεξιά, όλοι έφριξαν για το ανοσιούργημα. Παράλληλα και αρκετοί πολίτες, μη πολιτικοποιημένοι, εξέφραζαν την οργή τους. Υπήρχαν βέβαια και οι «ναι μεν αλλά…» και οι «καλά του έκαναν».
Πολλοί από αυτούς δεν είχαν συνολικά διαμορφωμένη άποψη. Κάτι άκουσαν ότι είπε ο Μπουτάρης, κάτι έμαθαν που έκανε (ασχέτως αν ίσχυαν), σοκαρίστηκαν, θύμωσαν και εκφράστηκαν έτσι ανοίκεια. Οι πλέον εντυπωσιακοί πάντως ήταν εκείνοι, με εμφανείς επιρροές του κυβερνώντος κόμματος (ΣΥΡΙΖΑ), αλλά και «ακροδεξιοί» που αγανάκτησαν με σπαραξικάρδια θεατρικότητα και έκαναν υπερβολικό θόρυβο κυρίως στα social media, γιατί στη δημοκρατία, λέει, τα προβλήματα δεν λύνονται με βία. Το ανακάλυψαν επ’ ευκαιρία Μπουτάρη, ενώ ήταν οι ίδιοι που είχαν ανοίξει τον δρόμο στη βία. Το αποκορύφωμα όμως η αντίδραση του πρωθυπουργού και του γραφείου Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ, που πρώτοι είχαν ανακαλύψει το χέρι που όπλισε τη βία κατά του Μπουτάρη και ανέλαβαν να επιστρατεύσουν την ιστορία για ιδία χρήση, υπενθυμίζοντας το «παρακράτος της Δεξιάς» και τα… τρίκυκλα του 1963!
Όποιος αναζητάει όμως το χέρι που όπλισε τη βία κατά του Μπουτάρη δεν έχει παρά να κοιτάξει και δίπλα του, στον χώρο του, σε αυτόν της πολιτικής (γενικότερα). Γιατί όλη αυτή η βίαιη, επικίνδυνη αντίδραση που εκδηλώνεται κατά καιρούς και ιδιαίτερα στην εποχή των μνημονίων από «αγανακτισμένους, φασίστες, ή παρακρατικούς» (κατά πώς τους χαρακτήρισαν), γεννιέται και πυροδοτείται κυρίως από τη δική τους πολιτική καθοδήγηση. Από τους κυβερνήτες της. Που όταν είναι στην αντιπολίτευση καταδικάζουν τη βία της εξουσίας και όταν γίνουν κυβέρνηση αναπαράγουν το ίδιο πρότυπο.
Η διαφορά όμως με όλους τους προηγούμενους της Μεταπολίτευσης είναι ότι στο παρελθόν εκείνοι δεν μετέτρεψαν τη βία σε κυρίαρχο σύνθημά τους, προκειμένου να κερδίσουν την εξουσία ή να τη διατηρήσουν. Παραμένοντας στο «εμείς ή αυτοί», ο πρωθυπουργός κατέφυγε τώρα σε μια ρητορική μικροκομματικής έμπνευσης και επιδίωξης, επικίνδυνη, διχαστική και πάντως «πέραν των ορίων», αναφερόμενος σε «ακροδεξιούς τραμπούκους, παλιότερες εποχές δόξας, της αιματηρής εθνικοφροσύνης και του παρακράτους… για ένα συμπαγές, σκοτεινό και ακραίο τμήμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης…».
Έκανε όμως ένα σοβαρό (ηθελημένο;) λάθος ο πρωθυπουργός. Όχι απλώς κατηγοριοποίησε για μία ακόμη φορά τη βία σε καλή και κακή, αλλά απέφυγε να κάνει καν τη σκέψη: Γιατί συμβαίνουν όλα αυτά και τόσο συχνά. Μήπως κάτι έχει πάει στραβά σε αυτήν τη χώρα, την οποία αυτός κυβερνά εδώ και τριάμισι χρόνια και μήπως γι’ αυτό έχει κάποια ευθύνη; Μήπως ο διχασμός, η στρατηγική του επιλογή, έχει επιφέρει αποτελέσματα μη αναστρέψιμα; Ποιοι άνοιξαν τον δρόμο στη βία, κατά πώς είπε και ο πρωθυπουργός; Ποιοι προετοίμασαν με βίαιες λεκτικές επιθέσεις τους τραμπουκισμούς κατά πολιτικών αντιπάλων; Εντάξει, την επίθεση κατά του Γ. Μπουτάρη να δεχθούμε ότι την προετοίμασαν διάφοροι ακροδεξιοί, διάφοροι εθνικιστές και εθνικόφρονες, χρυσαυγίτικης κοπής, κατά πώς τους χαρακτήρισαν.
Τις επιθέσεις όμως εναντίον των πολιτικών, με τους οποίους διαφωνούμε, όπως αυτές π.χ. κατά του Κάρολου Παπούλια, του Κωστή Χατζηδάκη, του Ανδρέα Λοβέρδου, του Θόδωρου Πάγκαλου και του Γιώργου Κουμουτσάκου δεν τις προετοίμασαν και τις υλοποίησαν οι «αγανακτισμένοι» οπαδοί του ΣΥΡΙΖΑ, αναμεμειγμένοι με ακροδεξιούς; Δεν άνοιξαν τον δρόμο στη βία αυτοί που έστηναν αγχόνες στο Σύνταγμα; Αυτοί που παρακινούσαν τους «μνημονιακούς» βουλευτές να βγούνε από την πίσω πόρτα της Βουλής, για να γλυτώσουν τον ξυλοδαρμό από τους «αγανακτισμένους», που πολιορκούσαν το Κοινοβούλιο; Αυτοί που… αστειεύονταν και έλεγαν «σιγά τη βία, ένα γιαουρτάκι έπεσε» ή έκαναν χιούμορ με τις μολότοφ και αναρτούσαν στο Facebook τις ταβέρνες, που έτρωγαν οι υπουργοί του ΠΑΣΟΚ, για να πάνε τα «συντρόφια» να τους προπηλακίσουν; Αυτοί που χάιδευαν (και χαϊδεύουν) τα αφτιά των «μπαχαλάκιδων», αυτοί που ζητούν από τα περιπολικά να βοηθήσουν στις μετακινήσεις τους «Ρουβίκωνες»;
Ο κ. Τσίπρας μπορεί όταν άκουσε εκείνο το Ιλιντεν να είπε «δεν καταλαβαίνω τι θα πει, άρα θα το περάσω εύκολα, αφού ζητήσω εθνική συναίνεση». Όμως ξέρει πολύ καλά τι εννοεί όταν λέει ότι όσοι επετέθησαν στον Γιάννη Μπουτάρη δεν ήταν «αγανακτισμένοι». Εάν ήταν αγανακτισμένοι πολίτες, θα μιλούσε για «ενέργειες» και θα έδειχνε τη δέουσα κατανόηση.
Εδώ όμως όλα δείχνουν ότι πρόκειται για πολιτική στρατηγική. Για στρατηγική έντασης και διχασμού. Έτσι θα πορευτούμε;
του Φώτη Σιούμπουρα
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο





