Για όσους παρακολουθούν το φαινόμενο «Καζίνο Λουτρακίου» τα τελευταία χρόνια, η απόφαση του ΣτΕ που δικαίωσε το Δημόσιο στο αίτημα αναίρεσης δικαστικής απόφασης του Εφετείου Τρίπολης του 2018, βάσει της οποίας είχε διαταχθεί η επιστροφή στο Καζίνο ποσού περίπου 44 εκ. Ευρώ ως αχρεωστήτως καταβληθέντος φόρου, δεν αποτελεί ιδιαίτερη έκπληξη.
Έκπληξη εξακολουθεί να προκαλεί το γεγονός του πως αφέθηκε επί τόσα χρόνια, μία επιχείρηση να αποφεύγει συστηματικά να πληρώνει τις υποχρεώσεις της, να καταστρατηγεί νόμους και κανονισμούς της αγοράς και κάθε έννοια δικαίου και ανταγωνισμού.
Αυτή η «επιχειρηματική» νοοτροπία, πότε να κρύβεται πίσω την αγωνία των 1.300 εργαζομένων της, πότε να αμφισβητεί εκ των υστέρων Συμβάσεις και Καταστατικά δεκαετιών, πότε με καταιγισμό αγωγών, προσφυγών και ένδικων μέσων εναντίον όλων – Δημοσίου, συνεταίρων, ανταγωνιστών – με κάθε απίθανη αφορμή, επικαλούμενη μάλιστα… «θέματα ανταγωνισμού»(!), ήταν, ξεκάθαρα, «τζόγος».
Όπως «τζόγος» ήταν και η «απόλυτη βεβαιότητα» και η συμπεριφορά των διοικήσεων της εταιρείας που κόμπαζαν δεξιά και αριστερά, ότι η απόφαση του Εφετείου Τρίπολης είναι «τελειωμένη υπόθεση» και η αίτηση αναίρεσης του Δημοσίου στο ΣτΕ «δεν θα έχει τύχη».
Αυτοί που έριξαν αυτήν τη «ζαριά», όμως, έχασαν παταγωδώς και η επόμενη μέρα της επιχείρησης, χωρίς τις φρούδες ελπίδες «των δεκάδων εκ. ευρώ που θα επιστρέψει το Δημόσιο», αλλά μόνον με τα σωρευμένα χρέη των 100 εκ. ευρώ προδιαγράφεται εξαιρετικά δύσκολη.
Το ζήτημα είναι ποιος θα αναλάβει τώρα την ευθύνη του «δυστυχώς χάσαμε» και ποιος θα κληθεί να πληρώσει τα σπασμένα: Οι άφαντοι μέτοχοι; Οι υποψήφιοι Ιρλανδοί επενδυτές που θέτουν πια σκληρούς όρους; Οι διοικούντες και οι διαχειριστές; Οι εργαζόμενοι που χρόνια τώρα άγονται και φέρονται, ανάλογα με τις επιδιώξεις των διοικήσεων;
Ποιος;
Θα επανέλθουμε στο θέμα με περισσότερα στοιχεία.
Ποιος θα αναλάβει τώρα την ευθύνη του «δυστυχώς χάσαμε» στο Καζίνο Λουτρακίου;





