Προεκλογική αντιπαράθεση πυροδοτεί το πολιτικό τζογάρισμα της κυβέρνησης σχετικά με την επαναφορά του 13ου-14ου μισθού και σύνταξης, καλλιεργώντας προσδοκίες σε 2.400.000 συνταξιούχους και 800.000 δημοσίους υπαλλήλους αντίστοιχα.
Η αποστροφή του λόγου του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Κυριάκου Μητσοτάκη σχετικά με τη δημιουργία θέσεων εργασίας, και όχι επιδοματικές πολιτικές μέσω 13ης σύνταξης και 13ου μισθού, ανέβασε τον πυρετό της προεκλογικής αντιπαράθεσης, καθώς η κυβέρνηση κατηγόρησε τη ΝΔ ότι θέλει να καταργήσει τον… ανύπαρκτο 13ο μισθό και 13η σύνταξη. Σίγουρα η κυβέρνηση αναζητεί απεγνωσμένα διάφορα πεδία σύγκρουσης με τη Νέα Δημοκρατία, προκειμένου να περιορίσει όσο είναι δυνατόν το αρνητικό αποτέλεσμα των εκλογών για την Ευρωβουλή και την Αυτοδιοίκηση και φυσικά ενόψει εθνικών εκλογών, όποτε και αν αυτές γίνουν. Η εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων σχετικά με την επαναφορά δώρων σε συνταξιούχους και δημοσίους υπαλλήλους θα επιφέρει επιπλέον δημοσιονομικό κόστος τουλάχιστον 2,5 δισ. ευρώ, το οποίο υπό τις παρούσες συνθήκες κρίνεται ως άκρως απαγορευτικό.
Το θέμα των παροχών «τύπου 13ης σύνταξης» φαίνεται ότι θα παίξει δυνατά στην ατζέντα της προεκλογικής περιόδου, όταν προκηρυχθούν οι εθνικές εκλογές. Γύρω από το συγκεκριμένο ζήτημα υπάρχουν πολλοί μύθοι αλλά ταυτόχρονα υπάρχει και η πραγματικότητα.
Ειδικότερα:
1. Σύμφωνα με τις δανειακές συμβάσεις, τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα καθώς και το επίδομα αδείας έχουν καταργηθεί και δεν πρόκειται να εξεταστούν πριν η Ελλάδα αποπληρώσει το 75% του χρέους προς τον μηχανισμό στήριξης. Αυτή η διαδικασία αναμένεται να πάρει αρκετές δεκαετίες και σίγουρα όχι πριν το 2050! Επιπλέον, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι καμία χώρα της Ευρωζώνης δεν έχει τέτοιου είδους παροχές.
2. Τα ελληνικά δικαστήρια έχουν εκδώσει αρκετές αποφάσεις σύμφωνα με τις οποίες συνταξιούχοι του Δημοσίου ή εν ενεργεία υπάλληλοι έχουν δικαιωθεί σε σχέση με τις διεκδικήσεις του 13ου και 14ου μισθού ή σύνταξης. Αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος για τον οποίο συνταξιούχοι και δημόσιοι υπάλληλοι έχουν προσφύγει στα δικαστήρια για να πάρουν πίσω όσα έχασαν με τους νόμους 4051 και 4093 του 2012.
3. Οι δανειστές έχουν εκφράσει τον τρόμο τους σχετικά με τις αντισυνταγματικές διατάξεις που «γεννούν» ένα δυσθεώρητο ύψος υποχρεώσεων 9,4 δισ. ευρώ. Ωστόσο, έχουν προειδοποιήσει την παρούσα κυβέρνηση και εμμέσως και τις επόμενες για τον κίνδυνο δημοσιονομικού εκτροχιασμού. Αν όμως εφαρμοστούν οι δικαστικές αποφάσεις, τότε το κόστος για το όφελος συνταξιούχων και δημοσίων υπαλλήλων θα πρέπει να το πληρώσουν οι ίδιοι, καθώς δεν υπάρχουν περιθώρια για νέους φόρους.
4. Το «κουαρτέτο» επιτρέπει τη διανομή κοινωνικού μερίσματος από το υπερ-πλεόνασμα, το οποίο η κυβέρνηση «βαπτίζει» ενίοτε 13η σύνταξη ή 13ο μισθό, δημιουργώντας προσδοκίες σε συνταξιούχους και δημοσίους υπαλλήλους.
Με βάση τα παραπάνω, προκύπτει το συμπέρασμα ότι οι δανειστές δεν αναγνωρίζουν βάσει των μνημονίων δώρα σε συνταξιούχους και δημοσίους υπαλλήλους, αλλά αναγνωρίζουν τις δικαστικές αποφάσεις περί αντισυνταγματικότητας των περικοπών. Ωστόσο, εάν η κυβέρνηση πρέπει να εφαρμόσει τις αποφάσεις αυτές, τότε πρέπει να βρει τα χρήματα από τα κονδύλια που αφορούν στις συγκεκριμένες κατηγορίες ωφελουμένων! Δηλαδή, για να πάρουν τα αναδρομικά ύψους 9,4 δισ. ευρώ και ταυτόχρονα να επανέλθουν τα δώρα στην πρότερη κατάσταση, πρέπει να αναζητήσει τη χρηματοδότηση αυτών των παροχών πρέπει να… βάλει χέρι στους αντίστοιχους κωδικούς του προϋπολογισμούς και πουθενά αλλού.
Λαμβάνοντας υπόψη ότι η κατάργηση της «προσωπικής διαφοράς» οδηγεί σε εξοικονόμηση 2,5 δισ. ευρώ, τότε θα μπορούσαν να δοθούν τα δώρα. Ωστόσο, το μέτρο της «προσωπικής διαφοράς» θεωρείται δομικής σημασίας για τη βιωσιμότητα του χρέους και δεν μπορεί να καταργηθεί, παρά μόνο να δοθεί μια μικρή παράταση, όπως συνέβη και φέτος λόγω του υπερ-πλεονάσματος.
του Λουκά Γεωργιάδη
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο






