Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έχει καταφέρει μέχρι στιγμής να αντιμετωπίσει με επιτυχία την επιδημία του κορωνοϊού βοηθώντας ταυτόχρονα και τις κοινωνικές ομάδες που χτυπήθηκαν από τις επιπτώσεις . Ήδη η κυβερνητική πολιτική κατευθύνεται προς την αντιμετώπιση και των οικονομικών συνεπειών με γνώμονα πάντα την προστασία των ασθενέστερων.ν Ο πρωθυπουργός έχει κάνει μια ξεκάθαρη στροφή προς το κέντρο και αυτό έχει δημιουργήσει άγχος στην κεντροαριστερά. Όπως αναφέρει σε πρόσφατο άρθρο της η εφημερίδα «ΤαΝέα» και η δημοσιογράφος Καρολίνα Παπακώστα «Στο τελευταίο γαλάζιο συνέδριο όρισε ως ιδεολογικό πλαίσιο της κυβερνητικής του πολιτικής τον πολιτικό φιλελευθερισμό με κοινωνική αλληλεγγύη. Στην πρόσφατη συνέντευξή του χαρακτήρισε τον τρόπο που η κυβέρνησή του στήριξε επιχειρήσεις και εργαζομένους στην υγειονομική κρίση «σχεδόν σοσιαλιστικό», μιας και τα μέτρα ήταν οριζόντια. Σε κάθε ευκαιρία μνημονεύει τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Αυτά είναι μερικά μόνο από τα παραδείγματα των κινήσεων που κάνει εδώ και καιρό ο Πρωθυπουργός προκειμένου να απευθυνθεί στο Κέντρο».
Στη συνέχεια το άρθρο συνεχίζει και αναφέρει πως «Κρίνοντας από τα δημοσκοπικά στοιχεία της κορωνο-περιόδου η στρατηγική του αποδίδει όλο και περισσότερο. Διαβάζοντας, βέβαια, κανείς για την αυξανόμενη διείσδυσή του στο κεντρώο ακροατήριο αναρωτιέται: Είναι ένα φαινόμενο παροδικό ή πράγματι ο Κυριάκος Μητσοτάκης κατέλαβε το Κέντρο;
Στη μία ανάγνωση, οι κρίσεις προκαλούν πάντα συσπείρωση γύρω από μια κυβέρνηση. Οπότε, τα υψηλά ποσοστά μητσοτακικά αποδοχής θα μπορούσαν να ερμηνευθούν ως αποτέλεσμα της πάγιας αντίδρασης των εκλογικών σωμάτων σε έκτακτες συνθήκες. Στην άλλη, η μητσοτακική επέλαση στο Κέντρο έχει ξεκινήσει από τα χρόνια της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η προέλαση προς τα εκεί γίνεται μεθοδικά, και τα αποτελέσματά της είχαν φανεί από το βράδυ της 7ης Ιουλίου. Επομένως, τα νούμερα δημοφιλίας που γράφει ο Πρωθυπουργός στην υπό συζήτηση κατηγορία εκλογέων απλά υπογραμμίζουν μια υπάρχουσα τάση».
Παράλληλα τονίζεται χαρακτηριστικά πως «Από το ξέσπασμα της πανδημίας κι έπειτα μια σοσιαλδημοκρατική πτυχή του πολιτικού του χαρακτήρα εμφανίζεται συχνότερα από τη φιλελεύθερη. Ο ίδιος βάζει στοίχημα με τον εαυτό του για τη βελτίωση του ΕΣΥ – κι αναθεωρεί τις απόψεις του παρελθόντος για το δημόσιο σύστημα υγείας. Ή ομνύει ρητορικά στην ανάγκη ενός ισχυρού κράτους. Εξού κι η πρωθυπουργική διαχείριση της κρίσης του Covid-19 έχει προκαλέσει, σύμφωνα με τους παροικούντες την Κεντροαριστερά, μεγάλη ανησυχία στα στελέχη του χώρου. Εύλογο, πλέον υιοθετεί και τις πολιτικές τους, άρα ενδέχεται να προσελκύσει κι άλλους από την εναπομείνασα βάση τους κοντά του. Οι μετακινήσεις κεντρώων-ψηφοφόρων δηλαδή ΚΙΝΑΛ και Ποταμιού – προς τη ΝΔ, παρεμπιπτόντως, στην τελευταία εθνική κάλπη άγγιξαν το 36%, ενώ οι αντίστοιχες προς τον ΣΥΡΙΖΑ το 20% σύμφωνα με τα στοιχεία των exit polls».
Στη συνέχεια προσθέτεται πως « Με όρους πολιτικής κουζίνας, πάντως, το άνοιγμα στο Κέντρο το είχε κάνει από την πρώτη μέρα της διακυβέρνησής του – αν όχι από την πρώτη μέρα που ανέλαβε τα ηνία της κεντροδεξιάς παράταξης. Οι μεταγραφές από την Κεντροαριστερά ήταν πολλές – κι αρκετές βρέθηκαν να στελεχώνουν το Υπουργικό του Συμβούλιο και τη Δημόσια Διοίκηση του επιτελικού του κράτους. Η επιλογή του για το πρόσωπο που θα ενσαρκώσει τον θεσμό του Προέδρου της Δημοκρατίας ενίσχυσε σημαντικά την επιρροή του στην κεντρώα εκλογική δεξαμενή – πολλοί εκεί του αναγνώρισαν ότι δεν άκουσε τις επικρίσεις του βαθέος κόμματός του για την Κατερίνα Σακελλαροπούλου. Οταν, παρ’ όλ’ αυτά, η απορία της εισαγωγής -περί παροδικότητας ή μη του φαινομένου – τίθεται σε έμπειρο αναλυτή, η αυθόρμητη απάντησή του είναι «μην παίρνετε ποτέ τις μετρητοίς όσα δηλώνει η κοινή γνώμη σε περιόδους κρίσης. Ο Τσίπρας τούς πρώτους μήνες της διακυβέρνησής του, που είχαμε κρίση χρέους, είχε 85% αποδοχή». Αλλωστε, όπως συμπληρώνει, «όλες οι κυβερνήσεις, με εξαίρεση του Τραμπ και του Τζόνσον, αυτήν την περίοδο απολαμβάνουν υψηλά ποσοστά αποδοχής από τους πολίτες τους. Ακόμη και σε χώρες που έχουν χτυπηθεί σκληρά από τον ιό». Ο Ιταλός πρωθυπουργός Τζουζέπε Κάντε, για παράδειγμα, εκτιμάται από το 60% της κοινής του γνώμης».
Την ίδια στιγμή η αρθρογράφος επισημαίνει ότι «Στην παρούσα φάση, πάντως, το brand-name Μητσοτάκης είναι τόσο δυνατό που μέχρι και 1 στους 4 ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ τον βρίσκει καταλληλότερο για πρωθυπουργό, σύμφωνα με τη μέτρηση της Marc. Για έτερο πολιτικό αναλυτή, ο αντίκτυπος του, όμως, ειδικά στο κεντρώο κοινό μεγάλωσε περισσότερο με την απόφαση να προτείνει τη Σακελλαροπούλου για ΠτΔ.
Γνωστός δημοσκόπος επισημαίνει ότι «τα νούμερα δημοφιλίας του είχαν κάνει μια κοιλιά από τον Δεκέμβριο του 2019. Γεγονός αναμενόμενο, αφού πάνω στο πρώτο εξάμηνο μιας διακυβέρνησης είθισται να εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια επικοινωνιακής φθοράς». Αυτό, όμως, συνδυάστηκε με την πτώση σε ορισμένους άλλους δείκτες που οι κονεσέρ των ερευνών τσεκάρουν πάντα προκειμένου να αντιληφθούν την πραγματική γνώμη των πολιτών για μια κυβέρνηση – τους δείκτες αισιοδοξίας για το μέλλον, ή εκείνους των προσδοκιών, κι όχι τα ποσοστά της πρόθεσης ψήφου».
Τέλος καταλήγει λέγοντας ότι «Ολες οι παραπάνω δημοσκοπικές λεπτομέρειες έχουν αξία επειδή στηρίζουν τη μόνιμη επωδό των επαγγελματιών των μετρήσεων: ότι αυτές είναι πάντα μια φωτογραφία της στιγμής. Και η στιγμή τώρα αναμφίβολα ανήκει στον Πρωθυπουργό. Η τελική ετυμηγορία των ψηφοφόρων του Κέντρου, ωστόσο, θα βγει όταν εκείνοι αξιολογήσουν τους χειρισμούς του στην οικονομική κρίση που έρχεται, επιμένουν κάποιοι δημοσκόποι. Εκτιμούν, δηλαδή, πως «εφόσον αντιμετωπίσει με επάρκεια την ύφεση θα σταθεροποιήσει την καλή του εικόνα». Τότε, λοιπόν, θα μάθουμε αν ο Μητσοτάκης κυριαρχεί παροδικά στο Κέντρο ή η κυριαρχία του στον συγκεκριμένο χώρο θα παγιωθεί».






