Κοινωνία

Σπογγαλιεία: Πηγή ζωής για τους Καλύμνιους

Η σπογγαλιεία είθισται να αναφέρεται μέχρι και τις ημέρες μας –από κεκτημένη ίσως ταχύτητα– ως κυριότερη ενασχόληση και πηγή ζωής για τους Καλύμνιους, ως περίπου το «σήμα κατατεθέν» της οικονομικής και κοινωνικής ζωής του νησιού τους.

  • Του Χρήστου Γιαμαρέλλου

Αυτό βέβαια –στα πλαίσια μιας ευρύτερης και διαχρονικής ιστορικοπολιστισμικής θεώρησης–είναι απόλυτα σωστό (ποιος μπορεί να αμφισβητήσει τον τίτλο της Καλύμνου ως του «νησιού των σφουγγαράδων»), με όρους όμως σύγχρονης πραγματικότητας δεν ισχύει ή τουλάχιστον δεν ισχύει τόσο, όσο ο πολύς κόσμος πιστεύει. Η αλήθεια είναι ότι το αλιευτικό προϊόν του νησιού καλύπτει πλέον κάτω από το ένα τρίτο του συνόλου εισοδήματός του και ότι –ιδιαίτερα κατά τις τελευταίες δεκαετίες– έχουν αναπτυχθεί και αναπτύσσονται συνεχώς αξιόλογες δράσεις του τριτογενούς τομέα, με χαρακτηριστικότερο εκείνες του τουρισμού.

Ο πολύ ισχυρός κλονισμός επήλθε, όπως όλοι γνωρίζουν, στα χρόνια του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, οπότε αφενός μεν καταστράφηκε το σύνολο σχεδόν του καλυμνιώτικου σπογαλλιευτικού στόλου, ενώ παράλληλα –κυρίως το 1943-44 επί γερμανικής κατοχής– εγκατέλειψε το νησί το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων του για ν’ αποφύγει τον θάνατο από πείνα.

Μετά την απελευθέρωση και την ένωση των Δωδεκανήσων με την με την Ελλάδα έγιναν κάποια αξιόλογα βήματα για την αναζωογόνηση της παραδοσιακής ενασχόλησης των Καλυμνιωτών, οι οποίοι, μέσα σε ελάχιστο χρόνο, έδειξαν να ανανήπτουν από τα δεινά της εμπόλεμης περιόδου και να επιστρέφουν δυναμικά στο «παιχνίδι».

Δυστυχώς, πολλοί και διάφοροι λόγοι –ανεξάρτητοι των ικανοτήτων και των διαθέσεων των Καλυμνιωτών– δεν επέτρεψαν την ολική αυτή επαναφορά και οι «παλιές καλές ημέρες» δεν επανήλθαν ποτέ. Το πρώτο σημαντικό χτύπημα ήλθε με τη μεγάλη πολιτική αλλαγή του 1952 στην Αίγυπτο, την μεταγενέστερη εθνικοποίηση του ενάλιου πλούτου της χώρας αυτής από το νασερικό καθεστώς (1962) και την–όπως ήταν φυσικό– εκδίωξη των  αλλοδαπών σφουγγαράδων. Κατά τα αμέσως επόμενα χρόνια οι Καλυμνιώτες προσαρμόστηκαν στη νέα πραγματικότητα, μεταξίδια στα δυτικότερα παράλια της «Μπαρμπαριάς», το 1972 όμως ήλθε το νέο και αποφασιστικότερο πλήγμα, όταν το νεαρό λιβυκό εθνικιστικό καθεστώς του Μουαμάρ Καντάφι προχώρησε με τη σειρά του σε αντίστοιχη εθνικοποίηση του ενάλιου πλούτου και απέκλεισε τους Καλύμνιους από τους πατροπαράδοτους και πλέον πλούσιους σφουγγαρότοπους της βόρειοκεντρικής Αφρικής.

Η κάμψη

Από την εποχή αυτή αρχίζει με μάλλον γρήγορους ρυθμούς η «κάτω βόλτα»,μια και η σπογγαλιεία περιορίζεται πια στις ελληνικές θάλασσες ή στην κεντρική Μεσόγειο και αποδίδει –και τους Καλυμνιώτες– ένα προϊόν, το οποίο δεν ξεπερνά σε απόδοση τους 40 τόνους ετησίως (έναντι των πάνω από 100 του παρελθόντος).Η κατάσταση αυτή οδηγεί, όπως είναι ευνόητο, σε συρρίκνωση των σχετικών δραστηριοτήτων και στη μετάταξη πολλών επαγγελματιών του χώρου σε άλλες,περισσότερο αποδοτικές, ενασχολήσεις, όπως π.χ. στην παραδοσιακή αλιεία.Ακόμα, η ίδια κατάσταση επιτείνει τη φυγή πολλών νέων ανθρώπων από το νησί,για την αναζήτηση καλύτερης τύχης.

Δυστυχώς, τα δεινά δεν σταμάτησαν εκεί, καθώς –το καλοκαίρι του 1986– ήλθε να προστεθεί η καταστροφική ασθένεια, που μέσα σε σχετικά μικρό διάστημα σχεδόν αφάνισε τα σφουγγάρια της Μεσογείου. Η ασθένεια αυτή διέγραψε βέβαια τον κύκλο της και κάποτε υποχώρησε, αφήνοντας και πάλι έδαφος για μια κάποια αναγέννηση της καλυμνιώτικης σπογγαλιείας, κάτω όμως από δυσμενείς πλέον συνθήκες. Άλλωστε, κατά την κρίσιμη αυτή περίοδο της έξαρσης της νόσου, η ελληνική αγορά γνώρισε και την «εισβολή» εισαγόμενων σφουγγαριών,προερχόμενων κατά ένα μεγάλο μέρος από τον Κόλπο του Μεξικού και ιδίως από τα παράλια της Φλόριντα των ΗΠΑ και της Κούβας.

Η πιο πάνω οδυνηρές εξελίξεις δεν διαγράφουν τη σημασία της σπογγαλιείας ως της παραδοσιακής –έστω και υπό αυτές τις συνθήκες– πηγής ζωής για την Κάλυμνο και τους κατοίκους της. Προς αυτή άλλωστε κατεύθυνση κινούνται και οι προσπάθειες της πολιτείας, έτσι ώστε να η Κάλυμνος να εξακολουθήσει –για λόγους όχι μόνον πολιτισμικούς και παράδοσης– να αποτελεί τον κύριο χώρο αναφοράς της ελληνικής σπογγαλιείας.

Η λαογραφία της ζωής των σφουγγαράδων

Οι Καλύμνιοι , βίωσαν με ιδιαίτερη ένταση την περιπέτεια της θάλασσας, την ξενιτιά και τον καθημερινό φόβο του θανάτου μάλιστα, ίσως περισσότερο από άλλους Αιγαιοπελαγίτες, και ανέπτυξαν ιδιαίτερες ευαισθησίες, οι οποίες αντανακλώνται στον λαϊκό τους πολιτισμό, στην παράδοση και τα έθιμά τους, στη μουσική, στους χορούς – ιδίως δε, σε ό,τι έχει σχέση με τη σφουγγαράδικη ζωή. Κι ίσως είναι δύσκολο να παρακολουθήσει και να καταγράψει κανείς, με κάθε λεπτομέρεια, όλες τις εκφάνσεις του λαϊκού αυτού πολιτισμού, αν δεν είναι κοινωνός των πολύ σκληρών συνθηκών μέσα στις οποίες διαμορφώθηκε.

Τα «ποκινήματα»

Επιχειρώντας μια μικρή απόπειρα τέτοιας καταγραφής, θα ξεκινούσαμε από τα περίφημα «ποκινήματα», που δεν ήταν τίποτα άλλο από τις προετοιμασίες για την πολύμηνη εξόρμηση, στους μακρινούς σφουγγαρότοπους της Μεσογείου, μια εξόρμηση, η οποία αρχικά κρατούσε από την Άνοιξη μέχρι το Φθινόπωρο και αργότερα –μετά την εισαγωγή του σκαφάνδρου–  μέχρι τους πρώτους χειμερινούς μήνες.

Οι προετοιμασίες είχαν πολλές και ποικίλες παραμέτρους και διαρκούσαν κάπου δυο μήνες – Φεβρουάριο και Μάρτιο. Στη διάρκεια της περιόδου αυτής, οι καπεταναίοι-επιχειρηματίες προσπαθούσαν να τσουρμάρουν, να καταρτίσουν δηλαδή το πλήρωμά τους (το τσούρμο τους), επιλέγοντας τους καλύτερους και πιο αποδοτικούς σφουγγαράδες του νησιού. Για να το πετύχουν αυτό, να φθάσουν δηλαδή στη υπογραφή του σχετικού συμβολαίου, επιστράτευαν υποσχέσεις και κολακείες, αλλά και το πλιάτικο (δηλαδή την προκαταβολή), με τα οποίο υποτίθεται ότι δενόταν οριστικά η συμφωνία και κοβόταν ο δρόμος για υπαναχωρήσεις. Και λέμε «υποτίθεται», γιατί δεν ήταν σπάνια κάποια παζάρια της τελευταίας στιγμής –μετά την υπογραφή της συμφωνίας– τα οποία άλλοτε οδηγούσαν σε ρήξεις και σε καβγάδες, και άλλοτε σε «διορθωτικές κινήσεις» της τελευταίας στιγμής, με τη καταβολή ή την υπόσχεση καταβολής του καπακιού(της συμπληρωματικής δηλαδή αμοιβής). Κι ίσως πρέπει να υπενθυμίσουμε εδώ μια ρήση-απειλή του σφουγγαρά προς τον καπετάνιο, όπως την αποθησαύρισε η λαογράφος Θεμελίνα Καπελλά, σε σχετική εργασία της (στο «Επταήμερο» της «Καθημερινής»):

«Α καπετάνιο μου άμε (δ)ε μου δώκεις καπάκι, θα φάω σύκα φέτος»
(δηλαδή: θα μείνω στη στεριά).

Η προετοιμασία του σφουγγαρά περιελάμβανε την προσεκτική συγκέντρωση όλων των εργαλείων και των άλλων αναγκαίων εφοδίων του, τα οποία συσκεύαζε στο μπαούλο που θα έπαιρνε μαζί του. Όπως αναφέρει η Παρασκευή Σκούρτη σε σχετικό για τους σφουγγαράδες πόνημά της, επρόκειτο για ξύλινο κιβώτιο 90 περίπου εκ. μήκος, 60 εκ. πλάτος και 50 εκ. ύψος, που στα πλάγια έχει χερούλια για τη μεταφορά βαμμένο κυρίως γαλάζιο, λαχανί, γκρι, ή λαδί. Κάποιοι στο καπάκι του έγραφαν ή και σκάλιζαν με σουγιά τα αρχικά τους. Εκεί είναι όλη η περιουσία του σφουγγαρά. Ο ρουχισμός και τα όνειρα του. Στο μπαούλο με πόνο στην καρδιά και δάκρυα στα μάτια η καπετάνισσα βάζει τα ρούχα του με τάξη:Παντελόνια, εσώρουχα, κάλτσες, παπούτσια, φανέλες, 1 πετσέτα προσώπου,πιρούνι, κουτάλι, την “τσάσκα” (ντενεκεδένιο κύπελλο), τα ξυριστικά, τον καθρέφτη.Κλωστή, βελόνα και κουμπιά. Κόλλες γραψίματος και μολυβοκόντυλο για κείνους που γνωρίζουν γράμματα. Ένα μπουκάλι με αγιασμό, ξύλινη εικόνα του Αγίου προστάτη και φυλαχτό. Κάνα κουλουράκι, λίγο μέλι, καμιά σκομαΐδα. Κατά καιρούς το επισκέπτονται κοριοί, ποντικοί, ζουζούνια. Λόγω έλλειψης χώρου το υπόλοιπο πλήρωμα έχει το ρουχισμό του σε σάκο. Μπαουλάκι θα πάρει μόνο ο καπετάνιος.Εκεί εκτός από τα ρούχα του φυλάει “τα χαρτιά” της βάρκας και κάποιο μικρό κομπόδεμα για τυχόν μικροέξοδα.

Κι όταν έρθει η ώρα του γυρισμού το μπαούλο θα ανοίξει και ο καπετάνιος θα μοιράσει στις αγαπημένες του μάνα, γυναίκα, αδελφές τις Μπιγγαζιανές πραμάτειες (μαντήλια, μεταξωτά, αρώματα (παριζέτες), μπάντες και βελούδινα τραπεζομάντιλα).Κάποια φορά το μπαούλο θα μείνει έξω στην αυλή, θα απολυμανθεί και τότε θα μπει στο σπίτι.Και άλλες φορές θα φορτωθεί με τον βαριά χτυπημένο απ’ τη μηχανή σφουγγαρά στο κάρο, ξοφλημένο και σακάτη. Πού κέφι για πραμάτειες; Κι άλλοτε η οικογένεια του χαμένου θα παραλάβει σφραγισμένο το ασυνόδευτο μπαούλο και θ’ ακολουθήσουν τραγικές στιγμές.Βασικά εφόδια ήταν και τα διατηρήσιμα τρόφιμα, δηλαδή οιγαλέτες, τα παστά ψάρια και ο καβουρμάς, στα οποία έχουμε ήδη αναφερθεί.

Αξίζει να αναφερθούμε ιδιαίτερα στο “πλάφι” του ύπνου το οποίο κουβαλούν οι σφουγγαράδες μαζί με το μπαούλο τους Όπως αναφέρει η Παρασκευή Σκούρτη, το πλάφι ήταν ρούχο υφαντό που το φτιάχνουν οι γυναίκες στον αργαλειό το γνέθουν και το υφαίνουν μόνες τους. Το καπλαντίζουν με σκούρο σεντόνι για να μην αγκυλώνει το κορμί, να είναι δροσερό και να κρατάει λέρα.Στο ταξίδι άσπρο το παίρνουν και μαύρο από την απλυσιά το φέρνουν, και για να το συνεφέρουν από ολόκληρη διαδικασία το περνούν. Μούλιασμα σε νερά ζεστά, αλισίβες, πράσινα σαπούνια, ώσπου να λάμψει από πάστρα. Κάποιες νοικοκυρές το πηγαίνουν σε πηγές με γλυφό νερό, όπου το κοπανίζουν με τον ξύλινο κόπανο και στη συνέχεια το στεγνώνουν στους βράχους.

Μετά την ολοκλήρωση των προετοιμασιών προγραμματιζόταν η ημέρα της αναχώρησης των καϊκιών, μια μέρα ιδιαίτερα φορτισμένη, καθώς συνοδευόταν από κλάματα, ευχές και προσευχές των γυναικών – μανάδων, συζύγων, αδελφών καιθυγατέρων. Κι ακουγόταν συχνά – σαν ψίθυρος– η επίκληση στη Θεοτόκο:

«Τώρα σε θέλω Παναγιά, τώρα που ξεκινούσι / να κάτσεις στο τιμόνι τους ώστε να παν’ να ’ρθούσι…»

Η λατρευτική επίκληση της Θείας Βοήθειας –από την πλευρά των σφουγγαράδων–γινόταν με τον αγιασμό του ιερέα μέσα στα πλεούμενα, χωρίς την συμμετοχή γυναικών, η παρουσία των οποίων «έφερνε γρουσουζιά». Προτιμώμενος άγιος της σχετικής τελετής ήταν φυσικά ο Άγιος Νικόλαος, ο απανταχού προστάτης των Ελλήνων ναυτικών, τον οποίο παρακαλούσαν να μεριμνήσει τόσο για την ασφάλεια όλου του τσούρμου, όσο και για την επιτυχία της σφουγγαράδικης εξόρμησης.

Μια αρκετά συνήθης «ανορθογραφία» κατά τις ιερές και συναισθηματικά έντονες εκείνες στιγμές ήταν η απουσία κάποιων από το τσούρμο, που είτε είχαν λιγοψυχήσει ή μετανιώσει, είτε ήταν ακόμα μεθυσμένοι από το βραδινό πιοτί (και δεν μπορούσαν να συνέλθουν), είτε απλώς εξεβίαζαν τον καπετάνιο να ενισχύσει την τελευταία ώρα την αμοιβή τους με το προαναφερθέν καπάκι. Σ΄ αυτές τις περιπτώσεις, κάποια μέλη του τσούρμου έτρεχαν να τους βρούνε και να τους φέρουν σχεδόν «σηκωτούς» στα σκάφη, με καλοπιάσματα αλλά και απειλές.

Η ώρα της αναχώρησης ήταν πραγματικά δραματική, μιας και κανείς δεν μπορούσε να γνωρίζει –πέρα από τη χάρη Της και τον Άγιο (Νικόλαο)– ποιοι θα γυρνούσαν γεροί από αυτό το επικίνδυνο ταξίδι και ποιοι θα γυρνούσαν μισοπαράλυτοι ή δεν θα γυρνούσαν καθόλου.

Από παντού ακούγονταν ευχές αποχαιρετισμού, κλάματα γυναικών, φωνές παιδιών,τα μαντίλια ανέμιζαν, κι έπρεπε να είσαι πολύ δυνατός για να κρατηθείς και να μην βουρκώσεις, βλέποντας τα πρόσωπα των αγαπημένων ανθρώπων που έμεναν πίσω να μικραίνουν και να σβήνουν…

Το χαμπάρι και το ξόι

Από τη στιγμή που οι αχταρμάδες χάνονταν στον ορίζοντα, όλα άλλαζαν στη μικρή κοινωνία του νησιού. Οι γυναίκες σφούγγιζαν τα δάκρυά τους και –σε ένδειξη θλίψης και σεμνής προσμονής– μάζευαν τα μαλλιά τους, έδεναν τις πλεξούδες τους πάνω στο κεφάλι και αντικαθιστούσαν τα πολύχρωμα τσεμπέρια τους με σκουρόχρωμα. Έπειτα, ξεκινούσαν τον σκληρό αγώνα της καθημερινότητας, έναν αγώνα στη διάρκεια του οποίου, για μήνες ολόκληρους, θα επωμίζονταν τον ρόλο του δουλευτή άντρα και, οι μανάδες και οι γεροντότερες, τον ρόλο του πατέρα και αρχηγού της οικογένειας.

Κατά τη μακρά περίοδο της ανδρικής απουσίας, όλες οι συζητήσεις στο νησί περιστρέφονταν γύρω από τους ξενιτεμένους και η κάθε είδηση ή φήμη που ερχόταν για τον καθένα από αυτούς διαδίδετο από στόμα σε στόμα και – απασχολούσε όλο το νησί, για μέρες πολλές φορές για εβδομάδες. Απ΄ όλες τις αυτές ειδήσεις η πιο ανεπιθύμητη, πιο μισητή ήταν το χαμπάρι, η είδηση δηλαδή, ότι ο αγαπημένος άνθρωπος, ο πατέρας, ο αδελφός, ο σύζυγος, ή ο γιος, χάθηκε για πάντα στον βυθό της Μπαρμπαριάς, φυλακισμένος μέσα στη «φορεσιά» του δύτη. Το τραγικό νέο ερχόταν με το πακέτο και μέσα σε λίγα λεπτά μαθευόταν σε όλο το νησί από τους πένθιμους χτύπους της καμπάνας και από τους οδυρμούς των οικείων και όλοι έσπευδαν να τους παρηγορήσουν και να τους μιλήσουν για το «θέλημα Θεού» και την «ματαιότητα των ανθρώπινων». Και μέσα σ΄ όλη αυτή την οδύνη για τη συμφορά που χτύπησε τον συγγενή, τον γείτονα ή τον φίλο, φώλιαζε μέσα στην ψυχή του καθενός η αγωνία μήπως το επόμενο χαμπάρι χτυπούσε τη δική του πόρτα…

Πολλά έχουν γραφτεί για τα πένθιμα έθιμα του νησιού, για το γνωστό ξόι [από τοξόδι<έξοδος (=θάνατος)], που συμπεριλάμβανε το ξενύχτισμα, τον θρήνο και γενικά όλα τα επικήδεια ήθη. Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε μια συγκεκριμένη παράμετρο από τα όσα συνόδευαν τις τραγικές εκείνες στιγμές, το ότι δηλαδή δεν υπήρχε το σώμα του νεκρού, για τις σχετικές τελετουργίες. Έτσι, έβαζαν τα ρούχα του νεκρού σ’ένα μεγάλο πανέρι το οποίο συμβόλιζε για όλους το κιβούρι (φέρετρο) με τη σορό.Και γύρω από αυτό το πανέρι εξελίσσονταν τα νεκρικά δρώμενα με τους οικείους να θρηνούν γοερά ή σιωπηρά και τις γνωστές μοιρολογίστρες να οδύρονται, να χτυπιούνται και να τραβούν τα μαλλιά τους.

Οι «χτυπημένοι» σφουγγαράδες

Η νόσος των δυτών, αποτέλεσε πραγματική πληγή στην κοινωνία των σφουγγαράδων της Καλύμνου. Πρόκειται για μια παθολογική κατάσταση η οποία προκαλείται από διαταραχές στο όλο σύστημα πίεσης του ανθρώπινου οργανισμού, όταν το βυθισμένο σώμα αναδύεται από τον βυθό στην επιφάνεια με ταχύτητα μεγαλύτερη από την επιτρεπτή. Σε αυτές τις περιπτώσεις, καθώς τραβούν γρήγορα τον δύτη με το σκάφανδρο στην επιφάνεια, τότε το διαλυμένο στους μύες άζωτο δημιουργεί φυσαλίδες, οι οποίες, εξαιτίας του πλήθους και του μεγέθους τους, δεν μπορούν να απομακρυνθούν ομαλά από το αναπνευστικό σύστημα. Έτσι, προκαλούνται στα αγγεία αποφράξεις, άλλοτε ελαφράς και άλλοτε βαρύτερης μορφής οι οποίες μπορεί να αποβούν μέχρι και θανατηφόρες (όπως το σοκ της πνευμονικής προσβολής). Ιδιαίτερα οδυνηρή και επικίνδυνη είναι και η νευρολογική μορφή της νόσου, κυρίως όταν προσβάλει τον μυελό και προκαλεί μερική ή πλήρη παράλυση των κάτω άκρων και πιθανή ακράτεια κοπράνων και ούρων. Επιδεινωτικοί παράγοντες,ως προς την κλινική εξέλιξη του ασθενούς είναι –μεταξύ άλλων– το προχωρημένο της ηλικίας, η παχυσαρκία, η λήψη οινοπνεύματος πριν την κατάδυση, οι πρόσφατες ορθοπεδικές κακώσεις κ.ά. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι τα συμπτώματα της νόσου μπορούν να εκδηλωθούν σχεδόν αμέσως –σε λίγα λεπτά– αλλά και μετά την παρέλευση αρκετών ωρών. Σε κάθε περίπτωση, ο κίνδυνος εκδήλωσης της νόσου μειώνεται στο ελάχιστο 5-6 ώρες μετά την ανάδυση και σχεδόν εξαλείφεται μετά τις 12 ώρες. Ως προς την ένταση της παραλυτικής μορφής της νόσου, συνήθης είναι η μερική αποκατάσταση των κινητικών λειτουργιών που έχουν πληγεί – έτσι ώστε ο παθών να μπορεί και πάλι –έστω και με συμπτώματα μεγάλης ή μικρής χωλότητας– να βαδίσει.

Σημαντικές, ως προς την καταπολέμηση της ασθένειας των δυτών,είναι οι υπηρεσίες που προσφέρει το Βουβάλειο Νοσοκομείο Καλύμνου, μέσω της Υπερβαρικής Οξυγονοθεραπείας (ΗΒΟ). Πρόκειται για μια μέθοδο χορήγησης οξυγόνου σε πιέσεις μεγαλύτερες της ατμοσφαιρικής, που γίνεται σε ειδικούς κλειστούς θαλάμους, ικανούς να φιλοξενήσουν έναν ή και περισσότερους ασθενείς. H Κάλυμνος διαθέτει τον πιο σύγχρονο θάλαμο υπερβαρικής σε όλη την ανατολική Μεσόγειο οποίος τέθηκε σε λειτουργία το 2003.

Η νόσος των δυτών σημάδεψε ανεξίτηλα και με τον χειρότερο τρόπο τη νεότερη ιστορία της Καλύμνου και είναι ανυπολόγιστος ο αριθμός εκείνων που –κατά την αλίευση των σφουγγαριών– έχασαν τη ζωή τους ή υπέστησαν μικρή ή και μεγάλη κινητική αναπηρία. Πρόκειται για μια τραγωδία η οποία άγγιξε σχεδόν κάθε σπίτι του νησιού, για μια τραγωδία καθημερινή και επαναλαμβανόμενη , που αποτυπώθηκε σε όλες της εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής, καθώς και στον σύγχρονο λαϊκό πολιτισμό των Καλύμνιων, –μέσα από τις πολλές και ποικίλες μορφές καλλιτεχνικής έκφρασης.

Ο χορός του Μηχανικού

Εδώ ακριβώς εντάσσεται και ένα είδος χορού που αν και γεννήθηκε μόλις πριν λίγες δεκαετίες (περί το 1952), και αποτελεί πλέον αναπόσπαστο κομμάτι όχι μόνον της λαϊκής παράδοσης της Καλύμνου αλλά και όλης της Ελλάδας. Πρόκειται για τον περίφημο «Χορό του Μηχανικού», δηλαδή τον χορό του δύτη και μάλιστα εκείνου που χτυπήθηκε από τη νόσο κι έμεινε μισοπαράλυτος…

Η ιστορία αυτού του παράξενου χορού ξεκινά σχεδόν μαζί με την εμφάνιση της νόσου στο νησί, κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, κι είναι πραγματικά γοητευτική κι ενδεικτική της δύναμης που κρύβει η ανθρώπινη θέληση. Πιο συγκεκριμένα, κατά τα γλέντια εκείνου του καιρού, κάποιοι «χτυπημένοι» παλιοί σφουγγαράδες έρχονταν στο κέφι και, παρά την αναπηρία τους, σηκώνονταν και προσπαθούσαν να χορέψουν στηριγμένοι στο μπαστούνι τους. Η προσπάθειά τους αυτή, που συνοδευόταν από όλα τα χαρακτηριστικά της κατάστασής τους (αστάθεια, τρέμουλο, σκοντάματα και πότε-πότε πτώσεις), προκαλούσε βαθιά συγκίνηση σ΄όλους τους γλεντοκόπους, που έκτοτε όχι μόνον δεν απέκλειαν τους ανάπηρους συντοπίτες τους από τους χορούς, αλλά τους καλούσαν να σηκωθούν και να εκφράσουν, με τη γλώσσα του σώματος, τις χαρές και τις λύπες τους.

Η τελική μορφοποίηση αυτής της καλλιτεχνικής έκφρασης έμελλε να επισυμβεί στις αρχές της δεκαετίας του 1950, όταν ο νεαρός Καλύμνιος χορευτής Θεόφιλος Κλωνάρης,απόφοιτος της Γυμναστικής Ακαδημίας, άρχισε να εργάζεται κοντά στη Δώρα Στράτου.Κάποια μέρα, βαθιά επηρεασμένος από όσα είχε δει κι ακούσει για εκείνους τους «παράξενους» ανάπηρους χορευτές της πατρίδας του, επιχείρησε να τους μιμηθεί με μια δική του αντίστοιχη χορευτική επίδειξη, έμπλεη από νησιώτικη χάρη και λεβεντιά.Αυτό ήταν! Η επίδειξη του νεαρού Θεόφιλου ενθουσίασε τη Δώρα Στράτου και από εκείνη την ημέρα ο «Χορός του Μηχανικού» –όπως ονομάστηκε– αναδείχτηκε σε νέο και δημοφιλές είδος σφουγγαράδικου λαϊκού χορού, και εντάχτηκε μόνιμα όχι μόνον στο πρόγραμμα του σπουδαίου εκείνου χορευτικού συγκροτήματος, αλλά κάθε καλυμνιώτικου γλεντιού. Και κάτι ακόμα: Ο χορός εκείνος πέρασε γρήγορα τα σύνορα της χώρας και έγινε γνωστός και δημοφιλής σε ανθρώπους από τις πιο μακρινές γωνιές του κόσμου, σε ανθρώπους που διέθεταν την ικανότητα και την ευαισθησία να κατανοήσουν τον συμβολισμό του…

Εφημερίδες

Διαβάστε όλες τις εφημερίδες online

ΑΡΧΕΙΟ

NEWSLETTER