Η παράταση του δράματος της αξιολόγησης έχει ξεπεράσει πλέον τα όρια αντοχής και της κοινωνίας.
Η χώρα εξακολουθεί να βρίσκεται στην εντατική, εμείς συνεχίζουμε να ανεβαίνουμε τον Γολγοθά μας και η κυβέρνηση, ως άλλος Λάζαρος, ονειρεύεται την ανάστασή της, επιρρίπτοντας την ευθύνη στους πιστωτές.
Βρίσκεται όμως, όπως τα έκανε, με την πλάτη στον τοίχο, εξαιτίας της αδυναμίας της για σοβαρή διαπραγμάτευση με τους δανειστές και της συνεχούς παλινωδίας της. Από τον Οκτώβριο δήλωνε με σιγουριά ότι είναι θέμα ημερών το κλείσιμο της αξιολόγησης, η επιστροφή της οικονομίας στην ανάπτυξη και της χώρας στην κανονικότητα. Φτάσαμε στο Πάσχα και χρειάστηκε να… κατηγορήσει τους ξένους ο πρωθυπουργός για καθυστέρηση και να απειλήσει με σύνοδο κορυφής, προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία.
Μπορεί πίσω από τα όσα είπε ο Αλέξης Τσίπρας το μεσημέρι της Τετάρτης, έπειτα από τη συνάντησή του με τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ, να κρυβόταν μία ρητορική σύγκρουσης και ρήξης, όμως το βράδυ της ίδιας ημέρας, όταν έλεγε πως δεν θα χρειαστεί σύνοδος, υπονοώντας ότι θα υπάρξει συμφωνία, έδειξε να παίζει τις… πολιτικές κουμπάρες. Έστησε δηλαδή ένα σκηνικό έντασης, κατηγορώντας για ακόμη μία φορά τους ξένους, όπως είχε γίνει και το 2015, για να διασκεδάσει τις εντυπώσεις από την αποτυχία της διαπραγματευτικής στρατηγικής. Το ακύρωσε όμως στη συνέχεια, γνωρίζοντας ή πιθανολογώντας ότι χθες θα υπήρχε μια μίνιμουμ συμφωνία, η οποία θα επικυρωθεί αργότερα σε έκτακτο Eurogroup.
Οι επικοινωνιακού τύπου, όμως, χειρισμοί της ελληνικής κυβέρνησης ερμηνεύονται από όσους «διαβάζουν» την τακτική του Μεγάρου Μαξίμου, ως ακόμη μία ένδειξη ότι με τα σημερινά δεδομένα η ολοκλήρωση της αξιολόγησης είναι πολύ δύσκολο να γίνει μέσα σε ένα χρονοδιάγραμμα που θα αποτρέψει επώδυνες παρενέργειες. Και πάντως, η αξίωση για σύγκληση συνόδου κορυφής προϋπέθετε την εκδήλωση μίας μείζονος κρίσης, την οποία η ελληνική κυβέρνηση φαίνεται πως δεν απέκλειε και ίσως μάλιστα και να προετοιμάζεται γι’ αυτήν.
Πάντως όλα δείχνουν ότι αυτό που ενδιαφέρει το Μέγαρο Μαξίμου είναι, πλέον, πώς θα διασφαλιστεί η παραμονή στην εξουσία όσο το δυνατόν περισσότερο, για να εφαρμοστούν τα επώδυνα μέτρα που θα συμφωνηθούν από την επόμενη κυβέρνηση, η οποία και θα φορτωθεί τη δυσαρέσκεια του κόσμου. Βέβαια, η κατ’ αρχήν συμφωνία του κ. Τσακαλώτου με τους δανειστές προέβλεπε την εφαρμογή των νέων σκληρών μέτρων από την 1η Ιανουαρίου του 2019.
Την τελευταία στιγμή όμως, ο κ. Τσίπρας, αντιλαμβανόμενος ότι μία τέτοια εξέλιξη θα οδηγούσε ουσιαστικά σε εκλογές μέσα στο 2018 (πριν από την υλοποίηση των νέων επώδυνων μέτρων), απαίτησε η ημερομηνία έναρξης εφαρμογής των μέτρων να μετατεθεί κατά ένα έτος, για το 2020. Εξέλιξη που θα επέτρεπε στην κυβέρνηση να πάει κανονικά σε εκλογές στο τέλος της συνταγματικής της θητείας το 2019, χωρίς να έχει προχωρήσει σε λήψη μέτρων, τα οποία θα κληθεί να τα πάρει η επόμενη κυβέρνηση.
Οι δανειστές δεν δέχτηκαν, όπως αναμενόταν, την παράταση με εκλογική στόχευση που ζήτησε ο κ. Τσίπρας και η συμφωνία κατέρρευσε, οδηγώντας τον πρωθυπουργό να επιστρατεύσει πάλι το μύθευμα της πολιτικής διαπραγμάτευσης, η οποία θα περιλαμβάνει «δήθεν» και τη διευθέτηση του χρέους. Και να αναζητήσει, όπως έκανε και στο παρελθόν, εξιλαστήριο θύμα, για την αδυναμία της κυβέρνησής του να ολοκληρώσει την αξιολόγηση, στην πολυθρύλητη… τρόικα εσωτερικού: στο «σχέδιο αποσταθεροποίησης» (της κυβέρνησης) από το «παλιό σύστημα» (Μητσοτάκης, Γεννηματά, Σημίτης, ακόμη και Στουρνάρας).
Πώς εξάλλου θα δικαιολογούσαν τα αδικαιολόγητα; Ο Τσακαλώτος είχε πει ότι δεν δεχόταν νέα μείωση του αφορολόγητου, ήταν «κόκκινη γραμμή» έλεγε (12/4/2016). Ο Κατρούγκαλος διαβεβαίωνε πως όχι μόνο δεν θα μειωθούν οι συντάξεις, αλλά από του χρόνου, με την ανάπτυξη που θα έρθει, θα αυξηθούν (13/9/2016). Και ο Σκουρλέτης είπε προσφάτως πως ο διαγωνισμός για την πώληση παραγωγικών μονάδων της ΔΕΗ είναι «στημένος» (29/3/2017). Όλα αυτά τα είχαν συμφωνήσει με τους δανειστές. Πώς θα τα «περάσουν» όμως στην κοινωνία;
Μία η απάντηση: Θα κατασκευάσουμε καινούργιους εχθρούς-«υπονομευτές» και θα βγάλουμε από το χρονοντούλαπο μερικά σκάνδαλα των προηγούμενων. Κάπως έτσι θα περάσουν τα μέτρα. Όχι από τους 153 βουλευτές (αυτοί είναι δεδομένοι και πρόθυμοι), αλλά από εκείνο το μέρος της κοινωνίας που ακόμα πιστεύει πως ο ΣΥΡΙΖΑ δίνει αγώνες. Αυτό το λίγο περισσότερο από το 10%, όπως έδειξε και η τελευταία δημοσκόπηση.
Αλλά είναι να απορεί κανείς πώς δεν καταλαβαίνουν ότι, όσους «υπονομευτές» κι αν ανακαλύψουν, δεν θα συγκινήσουν τους –άλλοτε– ψηφοφόρους τους. Τι ενδιαφέρει δηλαδή τον άνεργο ή τον ημιαπασχολούμενο των 300 ευρώ, αν ο Στουρνάρας και ο Σημίτης «υπονομεύουν» μια κυβέρνηση που βλέπουν ότι νοιάζεται μόνο για την κομματική της πελατεία; Πώς δεν καταλαβαίνουν ότι όσοι ψηφοφόροι λακίζουν δεν δίνουν δεκάρα για τις Εξεταστικές Επιτροπές, όταν την ίδια στιγμή στους ανά την επικράτεια καφενέδες «παίζει» η εικόνα του δυστυχή Μπαλαούρα, να απολογείται για το «βοήθημα» που του έδωσαν;
Μην περιμένουν «Ανάσταση του Λαζάρου» με τέτοιες πρακτικές…
Του Φώτη Σιούμπουρα
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο που κυκλοφόρησε το Σάββατο 8/4





