«Κατά τη διάρκεια έξι μηνών, μόνη ενάντια όλων, η Ελλάδα διαπομπεύθηκε από τους εταίρους της κατά τη διάρκεια των αμέτρητων και ατελείωτων συναντήσεων. Με την ευκαιρία αυτή, η Ευρωπαϊκή Ένωση αποκάλυψε ένα αδιάλλακτο και εκδικητικό πρόσωπο που ενίοτε εξέπληξε», αναφέρει σε άρθρο του στην «Monde diplomatique» ο πρώην υπουργός Οικονομικών, Γιάνης Βαρουφάκης.
Ο πρώην υπουργός δίνει λεπτομέρειες για «τον πόλεμο φθοράς, τον οποίο έζησε», ξεκινώντας την διήγηση του από το 2010, όταν η Ελλάδα έχασε τη δυνατότητα εξυπηρέτησης του χρέους της.
Όπως εξηγεί ο κ. Βαρουφάκης: «Η Ευρώπη ανήσυχη και θέλοντας να αποφευχθεί η χρεοκοπία των γαλλικών και των γερμανικών τραπεζών, που παρότι αδύναμες είχαν δανείσει δισεκατομμύρια στις ελληνικές κυβερνήσεις -το ίδιο ανεύθυνες με τις τράπεζες-, αποφάσισε να χορηγήσει στην Αθήνα το μεγαλύτερο σχέδιο βοήθειας της ιστορίας. Με μια προϋπόθεση: να προχωρήσει η χώρα σε μια δημοσιονομική εξυγίανση, που μεταφράσθηκε με μια λιτότητα τέτοιας έκτασης, που ουδείς στο παρελθόν είχε ποτέ φανταστεί».
Παράλληλα, ο κ. Βαρουφάκης συνεχίζει λέγοντας ότι: «Ανάμεσα στις συνέπειες της λιτότητας ήταν το ότι άνοιξε ο δρόμος για μια τεράστια ανθρωπιστική κρίση. Για πέντε χρόνια η τρόικα, επέμεινε πεισματικά σε αυτό το αδιέξοδο που οι οικονομικοί εμπειρογνώμονες ονομάζουν “extend and pretend”, ήτοι “παρατείνουμε και προσποιούμαστε”. Πρόκειται για τη στρατηγική να δανείζουμε όλο και πιο πολύ έναν οφειλέτη χρεοκοπημένο, προσποιούμενοι ότι δεν είναι (χρεοκοπημένος), με στόχο να μη καταγράψουμε απώλειες στα χρεόγραφα (τίτλους) που διαθέτουμε».
Ο κ. Βαρουφάκης εξηγεί πως βασικός στόχος του ΣΥΡΙΖΑ μετά την εκλογή του, ήταν «να δώσει άμεσα τέλος σε αυτήν την υποκριτική στρατηγική της “προσποίησης”».
Μάλιστα ο κ. Βαρουφάκης δίνει λεπτομέρειες για την πρώτη συνάντηση με τον Γερούν Ντάισελμπλουμ στην Αθήνα και έπειτα στις συνεδριάσεις του Eurogroup, και τις παρεμβάσεις Σόιμπλε, που εδραιώνουν την εντύπωση ενός συνεχούς «εκβιασμού απέναντι στη δημοκρατικά εκλεγμένη ελληνική κυβέρνηση. Ενός εκβιασμού για άμεσο ναυάγιο του προγράμματος που θα μεταφραζόταν με το κλείσιμο των τραπεζών».
«Περνούσαμε από το ένα θέμα στο άλλο χωρίς να μπορέσουμε να συμφωνήσουμε για οτιδήποτε ή να διαπραγματευθούμε σοβαρά (…) Μια γάτα που κυνηγάει την ουρά της δεν θα ήταν λιγότερο αποτελεσματική», αναφέρει ο ίδιος αποκαλύπτοντας ότι ήταν απαγορευτικό για την ελληνική αντιπροσωπεία να δώσει στη δημοσιότητα τις προτάσεις της: «Απειλώντας με διακοπή των συζητήσεων εάν είχαμε το θράσος να δημοσιοποιήσουμε τις δικές μας προτάσεις, οι ίδιοι (οι θεσμοί) διέρρεαν στον Τύπο, ισχυρισμούς ότι οι δικές μας προτάσεις ήταν “αδύναμες”, “κακοσχεδιασμένες” και “αβάσιμες”. Με την ελπίδα ότι μια μέρα θα δέχονταν να παίξουν (σοβαρά) το παιχνίδι και να συναντηθούμε στα μέσα του δρόμου, αποδεχθήκαμε να συμμετάσχουμε σε αυτήν τη μασκαράτα».
Ωστόσο, το πιο σημαντικό όπως σημειώνει ήταν η διαπίστωση της “ταπείνωσης της Κομισιόν”: «Το πιο καταθλιπτικό όλων ήταν το να παραστώ στην ταπείνωση της Κομισιόν και μερικών, πολύ λίγων, υπουργών Οικονομικών, που ήταν καλοπροαίρετοι απέναντί μας -το να ακούσω από υψηλά ιστάμενους στην Κομισιόν και στη γαλλική κυβέρνηση ότι η Κομισιόν θα πρέπει να συμμορφωθεί με τα συμπεράσματα του προέδρου του Eurogroup ή ότι η Γαλλία δεν είναι πια αυτό που ήταν».
Ο Γιάνης Βαρουφάκης καταλήγει στο άρθρο του υπογραμμίζοντας ότι: «Κάτω από συνεχή απειλή, αυτή ήταν ουσιαστικά η ατμόσφαιρα μέσα στην οποία διεξήχθησαν οι διαπραγματεύσεις. Όποια και εάν είναι η άποψη που ο καθένας έχει για την κυβέρνησή μας, αυτό το επεισόδιο θα παραμείνει στην ιστορία ως η στιγμή όπου οι επίσημοι εκπρόσωποι της Ευρώπης, χρησιμοποίησαν τους θεσμούς (το Eurogroup και το Συμβούλιο Κορυφής της ευρωζώνης) και μεθόδους, που καμία Συνθήκη δεν νομιμοποιεί, για να θρυμματίσουν το ιδανικό μιας πραγματικής δημοκρατικής ένωσης. Η Ελλάδα υπέκυψε, όμως αυτό που ηττήθηκε είναι το ευρωπαϊκό όραμα. Κανένας λαός της περιοχής δεν θα πρέπει, ποτέ πια, να διαπραγματεύεται μέσα στο φόβο».






