Από τη Μαρία Χάλαρη
Ένα «βουνό» από στεφάνια προς τιμήν των φοιτητών που έχασαν τη ζωή τους για την ελευθερία την 17η Νοεμβρίου του 1973 σχηματίζεται δίπλα στο μνημείο που έχει στηθεί στην είσοδο του Πολυτεχνείου. Ζωγραφιές μικρών παιδιών στολίζουν τα αιματοβαμμένα κάγκελα και δυο χειρόγραφα δίνουν ψυχή σε ό,τι απέμεινε από εκείνη τη νύχτα. «Το Πολυτεχνείο ζει και σου θυμίζει μια φωνή. Είναι των αδελφών σου. Κάθε φορά που θα περνάς, να γυρνάς και να κοιτάς…»
42 χρόνια μετά το αιματοβαμμένο εκείνο Σάββατο οι επιζήσαντες φοιτητές εκείνης της εποχής δεν έχουν ξεχάσει. Βιώνουν τη θλίψη κάθε τέτοια μέρα. Επιστρέφουν για ν’ αφήνουν ένα λουλούδι στη μνήμη των αδερφών τους. Στη μνήμη όσων δεν φοβήθηκαν. Όσων πάλεψαν ενάντια στη δικτατορία. Και δακρύζουν. Ήταν εκείνο το πρωινό Σαββάτου, που βάφτηκε με αίμα και δάκρυα. Ήταν εκείνο, που ξημέρωσε μια απελευθερωμένη -από τη Χούντα- Κυριακή.
Ο Στέφανος ήταν εκεί. Έζησε την εξέγερση των φοιτητών στο Πολυτεχνείο, ήταν ένας από αυτούς, την ώρα που αστυνομία και στρατός προσπαθούσαν να παραβιάσουν το πανεπιστημιακό άσυλο. Σήμερα, επιστρέφει με την ανιψιά του στον ίδιο τόπο.
«Ήμουν στο Πολυτεχνείο από το απόγευμα. Φουρνάρηδες μας έφερναν σε μεγάλα πανέρια ψωμί, νερό και χυμούς. Υπήρχε στήριξη. Δεν ήμασταν μόνοι. Χιλιάδες συμφοιτητές – αγωνιστές στέκονταν ασπίδα στην πύλη», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Η φωνή του Στέφανου, τρεμάμενη, προδίδει τα συναισθήματα της εμπειρίας του. «Τα παιδιά πίσω από τα κάγκελα δεν φοβήθηκαν λεπτό. Είχαν πίστη. Καθώς οι ώρες περνούσαν και το ανθρωποκυνηγητό στην Πατησίων συνεχιζόταν, ξέραμε πως έρχεται το τέλος. Της Χούντας. Της μαρτυρικής –ως τότε- ζωής μας. Ήμασταν αποφασισμένοι να πεθάνουμε».
Ο Στέφανος επέζησε. Δύο από τους καλύτερούς του φίλους δεν πρόλαβαν να φύγουν από το Πολυτεχνείο και έγιναν δύο από τα θύματα της μοιραίας εκείνης νύχτας. «Γύρω στις 23:15 αναγκάστηκα να αποχωρήσω. Ήταν λίγο πριν τα άρματα… κάνουν ήρωες τους φίλους μου. Άρχισα να τρέχω τη Σόλωνος ανάποδα μαζί με πολλούς ακόμα φοιτητές. Σε κάθε διασταύρωση μας πετούσαν χημικά. Δεν σταμάτησα, ενώ παρατεταγμένα ΜΑΤ χτυπούσαν με μανία και δύναμη ασπίδες και αρβύλες στην άσφαλτο. Ήταν η τελευταία μας ευκαιρία για ζωή», θυμάται και δεν μπορεί άλλο να συγκρατήσει τα δάκρυα του. «Παλέψτε», μου λέει και παθιάζεται, «Να έχετε ιδανικά, να πιστεύετε…. Και η ελευθερία θα ξανάρθει».










