Κατάργηση του ΕΝΦΙΑ και άμεση θέσπιση του Φόρου Μεγάλης Ακίνητης Περιουσίας είναι το σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ, σύμφωνα με τον υπεύθυνο Οικονομικής Πολιτικής του κόμματος Γιάννη Μηλιό, ο οποίος ξεκαθάρισε πως το όριο για τη μεγάλη ακίνητη περιουσία είναι στις 500.000 ευρώ.
Ειδικότερα, ο κ. Μηλιός τόνισε σε συνέντευξη που παραχώρησε στον ραδιοφωνικό σταθμό « Βήμα FM» πως «Λέμε χονδρικά για την επαναφορά του παλαιού συστήματος, το οποίο προσδιόριζε τις 500.000 ευρώ ως μεγάλη ακίνητη περιουσία. Αλλάζουν, όμως, τα πράγματα σημαντικά και εμείς είπαμε δύο πράγματα: πρώτον, ότι δεν μπορούν να φορολογούνται οι πολίτες σε τιμές άλλες από αυτές τις αγοράς και δεύτερον, ότι υπολογίζουμε μια απώλεια στα έσοδα από τον ΕΝΦΙΑ, περίπου στα δύο δισ. ευρώ» .
«Πρέπει να καταργηθεί ο ΕΝΦΙΑ, όμως, ως ένας νόμος άδικος. Αυτή είναι η τάξη μεγέθους που σκεπτόμαστε ως μεγάλη ακίνητη περιουσία. Είναι πολλοί πάνω από αυτό το όριο, και νοικοκυριά πάνω από τις 600.000 ευρώ με τις σημερινές τιμές. Όχι (σ.σ. δεν είμαστε χώρα πλουσίων), αλλά οι μεγάλες και μεσαίες τάξεις αποταμίευαν μέσω της ακίνητης περιουσίας. Έχουμε πολύ μεγάλο ποσοστό ιδιοκατοίκησης και αυτό εκμεταλλεύτηκε η κυβέρνηση».
Όσο για την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, σχολίασε ότι «Λέμε ότι θα έχουμε ένα έσοδο κοντά στα τρία δισ. από τις ανείσπρακτες υποθέσεις, από αυτά που έχουν βεβαιωθεί και λέμε με πολύ συγκεκριμένο τρόπο ότι μπορούν να εισπραχθούν από τον πρώτο κιόλας χρόνο τρία δισ. και από την πάταξη της φοροδιαφυγής εκτιμώ ότι μπορούν να εισπραχθούν και πέντε δισ., αλλά λέμε τελικά τρία δισ.».
Τέλος, αναφορικά με το ζήτημα του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, υπογράμμισε πως «το ΤΧΣ, όπως εξήγησε ο κ. Τσίπρας, θα περάσει στον έλεγχο του Δημοσίου. Είναι στοιχείο του χρέους, τα 50 δισ. που δόθηκαν ως δάνειο στις τράπεζες και ως στοιχείο του χρέους και βασικό στοιχείο είναι γιατί δόθηκαν αυτά τα χρήματα, που είναι η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και η καλή λειτουργία του τραπεζικού συστήματος. Έχουμε λοιπόν τη δικαιοδοσία να κάνουμε τις τράπεζες να δουλέψουν ξανά και να τις στηρίξουμε με έναν τρόπο που μπορούν να στηρίξουν ξανά την πραγματική οικονομία».






