Του Γιάννη Βασιλακόπουλου
Το πολιτικό σκηνικό περιγράφεται από ρευστότητα η οποία κάθε άλλο παρά συγκυριακή είναι. Αποτελεί κοινό τόπο των αναλυτών ο οποίος ωστόσο ανάλογα με τη διατύπωση που έχει σε κάθε περίπτωση, γίνεται και αντικείμενο αντίστοιχης διαχείρισης, η οποία ωστόσο έχει, κομματικά, ίσως εκλογικά και πάντως απολύτως συγκυριακά χαρακτηριστικά.
Ένα είναι το δεδομένο: η πολιτική σταθερότητα όπως και αν αυτή περιγράφεται είναι ζητούμενο και αντικείμενο επίκλησης όλων των πολιτικών παρατάξεων, που είτε βρίσκονται στην εξουσία, είτε φιλοδοξούν να φτάσουν σε αυτή.
Οι πολιτικοί αναλυτές αλλά και πολλοί «μπαρουτοκαπνισμένοι» και πιο έμπειροι πολιτικοί παράγοντες λένε πως αυτή η διαδικασία, της επίτευξης μιας παγιωμένης πολιτικής σταθερότητας, βασίζεται στη δημιουργία ενός δίπολου απότοκου της κρίσης που θα υποκαταστήσει το παλιό πολιτικό σύστημα, όπως το γνωρίσαμε στα 40 αυτά χρόνια που κύλησαν από τη μεταπολίτευση.
Σήμερα λείπουν, οι ηγετικές μορφές, οι άνθρωποι-ιδεολογίες που θα μπορούσαν να τραβήξουν ολόκληρες κοινωνικές ομάδες στο «άρμα» της προσωπικής τους λάμψης , που αποτυπωνόταν παλιότερα σε ένα όραμα.
Το τέλος του βιοϊστορικού κύκλου, αυτού του τύπου των κομμάτων έφερε ξανά στο επίκεντρο τις νέες ιδεολογίες στη λογική του ευρωπαϊκού ή μη πλαισίου ή με ζητούμενο τη θέση της χώρας στο διεθνή της περίγυρο.
Απ’ την άλλη βέβαια, για να ξεπεταχτεί ο ΣΥΡΙΖΑ ως ατόφιος εκπρόσωπος μιας κοινωνικής αριστεράς, από τα σπλάχνα πάντως μιας πρωτόγνωρης κρίσης, χρειάστηκε και η επιστράτευση του Αλέξη Τσίπρα, ενός ελκυστικού 40χρονου ηγέτη με «επαναστατική» φυσιογνωμία και ατζέντα, όσο και η ωραιοποίηση αυτού που η «άλλη πλευρά» χαρακτηρίζει ως επικίνδυνο άγνωστο.
Εάν η επίκληση της πολιτικής σταθερότητας ως ζητούμενο εξακολουθήσει να αποτελεί κυρίαρχο πολιτικό διακύβευμα τότε αυτό που λένε στο «Π» κορυφαίοι πολιτικοί παράγοντες αλλά και καλοί γνώστες της εγχώριας πραγματικότητας, μπορεί να έχει κάποια βάση.
Στη περίπτωση που ο ΣΥΡΙΖΑ έστω και αστικοποιημένος εκπρόσωπος της ριζοσπαστικής αριστεράς, παγιωθεί στο ρόλο της μιας πλευράς του δίπολου, τότε αφενός η διαχωριστική γραμμή δεξιάς αριστεράς, εκλογικά τουλάχιστον γίνεται πιο ξεκάθαρη – ακόμη και αν η συγκυρία φέρει τα δυο κόμματα να συνεννοηθούν μελλοντικά στο πλαίσιο μιας κυβερνητικής συνεργασίας, αφετέρου δε τελειώνει ένα κόμμα που ταυτίστηκε με τρεις γενιές Ελλήνων με θετικό ή αρνητικό πρόσημο και αυτό είναι το ΠΑΣΟΚ.
Αν η πολιτική σταθερότητα σημαίνει αναγκαστικά την εναλλαγή της εξουσίας στο πλαίσιο στέρεων κυβερνήσεων, τότε η κοινωνία θα οδηγηθεί μηχανικά όπως λένε σήμερα οι πολιτικοί αναλυτές στον έναν από τους δύο πόλους της μάχης.
Ένας τρίτος ισχυρός πόλος, στο ρόλο του αέναου ρυθμιστικού παράγοντα που θα καθορίζει τις εξελίξεις θα είναι μάλλον βαρίδι παρά εργαλείο σε όσους διακινούν τη πολιτική σταθερότητα ως ανάγκη, ενώ αντίστροφα θα αποτελέσει εργαλείο χρήσιμο σε περιστάσεις κατά τις οποίες θα πρέπει μια αδύναμη πολιτική ηγεσία να πιεστεί ή ακόμα και να εκβιαστεί.
Ήδη, τα νούμερα του ΠΑΣΟΚ δεν βγαίνουν για τις επόμενες εκλογές, ακόμα και αν επιβιώσει κοινοβουλευτικά θα είναι προφανές πως ένα πολιτικό κόμμα που πριν από μια 5ετία συγκέντρωσε το 44% των ψήφων του ελληνικού λαού και τώρα κινείται κάπου στο μέσον της μονοψήφιας επίδοσης θα έχει απλώς τελειώσει.
Άλλωστε οι ζυμώσεις έχουν αρχίσει ίσως και πριν από τις ευρωεκλογές σαν ασκήσεις προσέγγισης του ΠΑΣΟΚ με τη παραδοσιακή του βάση, που κινείτο μεταξύ κέντρου και αριστεράς. Σ αυτή τη περίπτωση, η κεντροδεξιά ακόμη και με τα προβλήματα που σήμερα παρουσιάζει έχει να συνεισφέρει στο πολιτικό χάρτη μια πολύ πιο συμπαγή κοινωνική και εκλογική πίτα. Με άλλα λόγια ξεκινάει από μόνη της, χωρίς να χρειαστεί να υπάρξουν συνθήκες απόλυτης διάλυσης ή συρρίκνωσης ενός άλλου κόμματος από ψηλότερη βάση απ’ ότι η καθ ‘ ημάς δεξιά.
Το πρόβλημα ωστόσο για την κεντροδεξιά, είναι πως έχει αλλάξει πλήρως τόσο ο εκλογικός όσο και ο κοινωνικός της ιστός. Αυτό όπως λένε οι καλά γνωρίζοντες οφείλεται στο «θάνατο» της μεσαίας τάξης, που αποτελούσε τη κύρια εκλογική βάση της ελληνικής δεξιάς από το Λαϊκό Κόμμα έως και τη Νέα Δημοκρατία.
Αν αυτό δεν διαβαστεί ευανάγνωστα από τους πολιτικούς παράγοντες της ελληνικής δεξιάς τότε ο χρόνος επανενίσχυσή της θα μακρύνει όσο ακριβώς και η σύσταση μιας νέας κοινωνικής μεσαίας τάξης, νοικοκυρεμένης και παραγωγικής αλλά ευκατάστατης και μαις νέας προσέγγισης των προβλημάτων των αγροτικών πληθυσμών που ως σήμερα, την τελευταία 5ετία παρακολουθούν ανήμπορες τις εξελίξεις μετρώντας και εαυτούς στα θύματα της βαθειάς κρίσης.






