Του Γιώργη Μασσαβέτα
Τα παραμύθια για μικρά παιδιά έχουν συνήθως το ίδιος τέλος. Ένα ωραίο και γενναίο παλικάρι σώζει τη βασιλοπούλα, από τους κακούς, συνήθως δράκους, τους οποίους εξοντώνει, γίνεται βασιλιάς στη θέση του βασιλιά και ζουν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.
Αχ, πώς θα ήθελα, όλοι εσείς που με διαβάζετε, να είστε μικρά παιδάκια. Και εγώ, ως ασπρομάλλης παππούς, να έχω τη χαρά να σάς αφηγούμαι ωραία παραμύθια. Να σας μιλώ για ένα βασίλειο, όπου κακοί δράκοι έπεσαν επάνω στον λαό, αλλά ένας μάγος είχε πει ότι το κακό αυτό θα κρατήσει μόνο επτά χρόνια. Και ύστερα, θα έλθει ένα νέο και όμορφο βασιλόπουλο που θα σκοτώσει τους δράκους, θα απελευθερώσει τον λαό και θα κυβερνήσει με σοφία και δικαιοσύνη.
Δυστυχώς, στην περίπτωσή μας, τα επτά χρόνια, από το 2008 που μπήκαμε στην κρίση, πέρασαν. Και αποκτήσαμε, μεν, ένα νέο και όμορφο βασιλόπουλο, που δικαίως καμαρώνει ότι έγινε στα σαράντα του πρωθυπουργός. Αλλά, εκεί που μας υποσχόταν ότι θα μας απαλλάξει από τους δράκους, θα σκίσει τους νόμους τους και θα τους πει «go home, Madame Merkel and mister Soimple», οπότε εκείνοι τρέμοντας θα χορεύουν στον ρυθμό που θα προστάζει, τούς δίνει το δικαίωμα να κατάσχουν και τα σπίτια των υπερχρεωμένων νοικοκυραίων.
Τι να πει, λοιπόν, σε μεγάλα παιδιά ένας άνθρωπος που δεν τα κατάφερε στη ζωή του να γίνει παραμυθάς; Θα πω απλώς ότι ο μόνος που μας είπε εγκαίρως την αλήθεια, τον Δεκέμβριο του 2010, ήταν ο μακαρίτης πια Τομάζο Σκιόπα, ο άλλοτε υπουργός Οικονομικών της Ιταλίας, που τον είχε καλέσει ως σύμβουλο ο Γιώργος Παπανδρέου. Και ο οποίος, όταν ρωτήθηκε πόσο θα διαρκέσει η ελληνική κρίση, είπε καθαρά: «Όποιος έχει ένα παιδί δεκαπέντε χρόνων, να το προετοιμάσει ότι η ζωή θα είναι δύσκολη ως τα τριάντα του». Και το μόνο που μου μένει είναι να ευχηθώ ότι η εκτίμηση αυτή δεν θα αποδειχθεί ιδιαιτέρως αισιόδοξη, καθώς στηριζόταν στην ελπίδα ότι η πολιτική ηγεσία θα έπαιρνε επειγόντως όλα εκείνα τα μέτρα που ήταν αναγκαία, θα αποτολμούσε όλες τις αναπόφευκτες μεταρρυθμίσεις και όχι μόνον εισπρακτικά μέτρα και άγρια λιτότητα, ώστε να υπάρξει η δυνατότητα να «βγούμε από το τούνελ» περί το 2025.
Εγώ, πάντως, διαψεύσθηκα. Διότι, όταν πρωτομπήκαμε στο τούνελ, το 1985, τότε που ο Ανδρέας αντικατέστησε το προεκλογικό «Τσοβόλα, δώσ’τα όλα», με το μετεκλογικό πρόσταγμα στον Σημίτη να ξεκινήσει πολιτική λιτότητας, είχα προβλέψει ότι «δεν πρόκειται να βγούμε από τη λιτότητα πριν περάσει τουλάχιστον μια γενιά». (Τα σχετικά κείμενα υπάρχουν στα βιβλία «Καλημέρα, Πολίτη», Λιβάνης 1987 και «Η κληρονομιά του Ανδρέα», Ελληνοεκδοτική 1996). Αλλά, φευ, θα χρειασθούμε δυο γενιές. Και βάλε.
Παραμένουμε αδιόρθωτοι εραστές των παραμυθιών
Και τώρα, τι κάνουμε;
Η ζωή αποδεικνύει ότι μάλλον διάγουμε νηπιακή ηλικία. Έτοιμοι να πιστέψουμε ότι υπάρχει ο Άγιος με το έλκηθρο και την κόκκινη στολή, πρόθυμος να μάς φέρει τα δώρα που ζητήσαμε. Όπως το πιστεύουν τα νήπια. Ώσπου να καταλάβουν ότι τα δώρα τα φέρνει ο μπαμπάς και η μαμά και δεν μπορούν να ζητούν ό,τι τους έλθει, αλλά μόνο εκείνα που είναι μέσα στις δυνατότητες των γονιών τους.
Πέρυσι, τέτοιον καιρό, ζούσαμε την αποθέωση της προεκλογικής περιόδου. Και είδαμε τον Αλέξη Τσίπρα ντυμένο Αϊ-Βασίλη. Πώς του πήγαινε η κόκκινη στολή του. Και τι ωραίοι τάρανδοι που έσερναν το άρμα του ΣΥΡΙΖΑ. Ο Δραγασάκης, ο Σταθάκης, ο Βαρουφάκης, η Ζωή, ο Λαφαζάνης, ο Στρατούλης. Όλοι πακετάριζαν δώρα για όλους. Πάρτε να έχετε. Και δώσ’του αυξήσεις στις συντάξεις. Και να τα μελομακάρονα και οι κουραμπιέδες. Και να η κατάργηση του ΕΝΦΙΑ. Και να η αύξηση του κατώτατου μισθού. Και να τα ξερολούκουμα και να τα παστέλια, που έλεγε και ο Βασίλης Λογοθετίδης στην αριστουργηματική «Σάντα Τσικίτα». Ό,τι είχε ζητήσει ο καθένας, με το γράμμα στον Αϊ-Βασίλη. Για όλους είχε ο σάκος Αλέξη.
Κανονικώς, στο επτάμηνο που ακολούθησε, θα έπρεπε να είχαμε πια ενηλικιωθεί. Είδαμε τόσες, αλλά και τόσο κραυγαλέες διαψεύσεις, ώστε δεν θα έπρεπε, πλέον, να πιστεύουμε στα παραμύθια. Αλλά οι άλλοι, αυτοί που θα έπρεπε να είναι η εν δυνάμει διάδοχος κατάσταση, πορεύονταν ακόμη, επί επτά μήνες, με… προσωρινή ηγεσία. Και οι ενδιάμεσοι παραπατούσαν, προσπαθώντας απλώς να σταθούν στα πόδια τους. Οπότε, μην έχοντας πού αλλού να πιστέψουμε, ξαναφάγαμε το παραμύθι του Αϊ-Βασίλη Τσίπρα, που ακόμη και τώρα, την ίδια ώρα που εφαρμόζει μια προκλητικώς νεοφιλελεύθερη πολιτική, που πετσοκόβει εισοδήματα και αυξάνει τη φορολογία επί των πενεστέρων, εξακολουθεί να τάζει, να υπόσχεται. Εφαρμόζοντας το παλιό πολιτικάντικο αξίωμα «ουδείς έχασεν υποσχόμενος».
Πώς να πούμε αυτό το έτος;
Οι Κινέζοι δίνουν σε κάθε χρονιά ένα όνομα. Χρονιά του Δράκου, του Πιθήκου, του Χοίρου. Αν ακολουθούσαμε και εμείς τη δική τους συνήθεια, ποιο όνομα θα έπρεπε να δώσουμε στον καινούργιο χρόνο που μόλις ανέτειλε;
Ως τώρα, συνηθίζουμε να δίνουμε ονόματα πολιτικών. Το 1974 ήταν η χρονιά του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Το 1981 του Ανδρέα Παπανδρέου. Το 1990 του Κώστα Μητσοτάκη. Το 1996 του Κώστα Σημίτη. Το 2004 του Κωστάκη και το 2009 του Γιωργάκη, όπως συνηθίσαμε να αποκαλούμε τους… πρίγκιπες των μεγάλων ηγετών που έφεραν το ίδιο επώνυμο. Και φθάσαμε στο 2005, που θα μείνει αναμφισβητήτως στην ιστορία ως η χρονιά του Αλέξη Τσίπρα, που κατήγαγε τέσσερις νίκες μέσα σε έναν χρόνο. Κέρδισε δύο βουλευτικές εκλογές, ένα δημοψήφισμα και μια εσωτερική αναμέτρηση, πετώντας στην… εξέδρα τους πλατφορμιστές, τον Βαρουφάκη και τους «μαοϊκούς» του Ρινάλντι.
Πολλοί ίσως σπεύσουν να πουν ότι θα είναι η χρονιά του Βαγγέλη ή του Κυριάκου, αφού σε λίγες μέρες η ΝΔ θα λύσει, επιτέλους, αφού χρειάσθηκε ένας ολόκληρος χρόνος παρά κάτι λίγες ημέρες, από την ήττα της 25ης Ιανουαρίου, το πρόβλημα της ηγεσίας της. Μακάρι, όποιος κερδίσει αυτή την αναμέτρηση, να αποδειχθεί τόσο χρήσιμος για τον τόπο, ώστε να δικαιούται και αυτός τη «χρονιά του». Αλλά για την ώρα, άλλος «αστέρας» βλέπω να τη «σφραγίζει».
Λαλίστατος, όπως πάντα, ο πρόεδρος της Ένωσης Κεντρώων, Βασίλης Λεβέντης, κάνει ό,τι περνά από το χέρι του, ώστε το 2016 να μάς μείνει στη μνήμη μας ως «η χρονιά του Λεβέντη». Συλλογίζεται και διαλογίζεται με τον Αλέκο Φλαμπουράρη και δι’ αυτού με τον πρωθυπουργό. Και κανονίζει πώς θα είναι η επόμενη κυβέρνηση. Από τηλεοπτικός αστέρας της πολιτικής «trash TV», βρίσκεται, ελέω ισχνής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας του συνεταιρισμού Τσίπρα-Καμμένου, να διεκδικεί ρόλο ρυθμιστή των πολιτικών εξελίξεων.





