Το «Π» αποκάλυψε στο φύλλο του περασμένου Σαββάτου έγγραφα που αφορούσαν τον εν Ελλάδι συνεργάτη των Γάλλων, ο οποίος φέρεται να προωθούσε τα συμφέροντα της DCNS στο πρόγραμμα των υποβρυχίων για το Πολεμικό Ναυτικό, μέσω μιας σύμβασης που, αν μη τι άλλο, δημιουργούσε ερωτήματα.
Παλαιότερα είχαμε παρουσιάσει έγγραφα και ιδιόχειρα σημειώματα που αφορούσαν την εμπλοκή του εν λόγω συνεργάτη των Γάλλων στη χώρα μας, σε προγράμματα που ήταν συμπληρωματικά του προγράμματος της προμήθειας των μαχητικών αεροσκαφών Mirage 2000.
Ό,τι παρουσιάστηκε από τις σελίδες του «Π» αφορούσε την εμπλοκή του συνεργάτη των Γάλλων σε εξοπλιστικά προγράμματα, ο οποίος φέρεται να πρόσφερε τις υπηρεσίες τους με συμφωνητικά μέσω υπεράκτιων εταιρειών. Κοινός τόπος όλων των προαναφερθέντων αποκαλύψεων ήταν τα ελληνικά εξοπλιστικά προγράμματα.
Σήμερα το «Π», σεβόμενο τη δέσμευσή του προς τους αναγνώστες του, θα αποκαλύψει άλλο ένα έγγραφο, όπου η φερόμενη ως εταιρεία του εν Ελλάδι μεσάζοντος των Γάλλων βρίσκεται για άλλη μία φορά στο πλευρό της τότε Thomson-CSF (νυν THALES από το 2000), με μια όμως διαφοροποίηση, που αναδεικνύει την πολυπράγμονα και πολυσχιδή ιδιοσυγκρασία του πολύτιμου συνεργάτη των γαλλικών εταιρειών.
Αυτήν τη φορά, το πεδίο ενασχόλησης δεν αφορά τα εξοπλιστικά προγράμματα αλλά τον τομέα των συστημάτων της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ). Επειδή όμως η ιστορία μπορεί να μην επαναλαμβάνεται αλλά σίγουρα κάνει κύκλους, να θυμίσουμε ότι πρόσφατα η νυν κυβέρνηση έχει προχωρήσει στην υπογραφή της σύμβασης ανάθεσης έργου που αφορά την υλοποίηση του έργου αναβάθμισης του Συστήματος Επεξεργασίας Σχεδίων Πτήσεων και Δεδομένων Radar (Pallas 3G) της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας. Το εν λόγω σύστημα αποτελεί την «καρδιά» του κεντρικού συστήματος επεξεργασίας σχεδίων πτήσεων και δεδομένων ραντάρ της ΥΠΑ. Η αναβάθμισή του θεωρείται εξαιρετικής σπουδαιότητας σε ό,τι αφορά τις ανάγκες της αεροπορικής κίνησης της χώρας μας αλλά και τους ευρωπαϊκούς και διεθνείς κανόνες της αεροπλοΐας.
Πριν όμως δούμε τι σχέση έχει η «ιστορία» με την αναβάθμιση Radar (Pallas 3G), απλώς σημειώνουμε ότι την αναβάθμιση του Radar μπορεί να αναλάβει μόνον ο αρχικός κατασκευαστής του συστήματος, η γαλλική Pallas, που στην Ελλάδα εκπροσωπείται από την εταιρία THALES ΕΛΛΑΣ ΑΕ, η οποία είναι και ανάδοχος του έργου. Για να βάλουμε όμως τα πράγματα σε μια σειρά, πριν μεταφερθούμε σε ένα έγγραφο του μακρινού Φεβρουαρίου του 1990, ας δούμε τι έγινε ακριβώς έναν χρόνο πριν, με το νυν πρόγραμμα αναβάθμισης του Radar Pallas της ΥΠΑ.
And the winner is…
Σύμφωνα με έγγραφο του υπουργού Υποδομών, Χρήστου Σπίρτζη, που έχει δημοσιευτεί στη «Διαύγεια», υπήρξε έγκριση του πρακτικού της Επιτροπής Διενέργειας Διαπραγματεύσεων «για την αναβάθμιση του συστήματος επεξεργασίας σχεδίων πτήσεως και δεδομένων Radar (Pallas 3G)» µε τη THALES ΕΛΛΑΣ, το οποίο είχε υποβληθεί στις 12 Οκτωβρίου 2015 από την ΥΠΑ. Σήμερα, ακριβώς έναν χρόνο μετά, το όλο πρόγραμμα φέρεται να προχωρά κανονικά, αν και ο χρονικός ορίζοντας είναι 27 μήνες από την υπογραφή της σύμβασης.
Υπενθυμίζεται ότι η τεχνοοικονομική προσφορά για την αναβάθμιση του συστήματος προέκυψε από διαπραγματεύσεις επιτροπής της ΥΠΑ με τη TΗΑLES. Σημειώνεται ότι αρχικά η προσφορά ξεπερνούσε τα 8,6 εκατ. ευρώ, όμως η εταιρεία υποχώρησε και μείωσε την προσφορά της στα 8 εκατ. ευρώ. Το κόστος της αναβάθμισης χρηματοδοτείται κυρίως από το Eurocontrol (φορέας που εισπράττει τα τέλη υπερπτήσεων), με αποτέλεσμα η επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού να είναι ελάχιστη. Στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης, ζητήθηκε από την εταιρεία να επιλύσει προβλήματα που αφορούν το εν λειτουργία σύστημα Pallas Upgrade, χωρίς επιπλέον κόστος για την ΥΠΑ, προκειμένου να είναι ικανό να υποστηρίξει απαραίτητες λειτουργίες έως την παραλαβή του αναβαθμισμένου συστήματος.
Έχει ταλαιπωρήσει τις αερομεταφορές
Πρόκειται για μια υπόθεση η οποία έχει ταλαιπωρήσει εν πολλοίς τις αερομεταφορές της χώρας, καθώς εδώ και λίγα χρόνια οι υποδομές αεροναυτιλίας χρήζουν εκσυγχρονισμού και, όπως έχουν παραδεχτεί οι εργαζόμενοι της ΥΠΑ και οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας, το σύστημα έχει ξεπεράσει τα όριά του. Και αυτό διότι το Pallas εγκαταστάθηκε το 1995 και δεν μπορεί πλέον να εξυπηρετήσει τις υπηρεσιακές ανάγκες που προκύπτουν από την αύξηση της αεροπορικής κίνησης.
Υπενθυμίζεται ότι η ΥΠΑ προχώρησε με τη διαδικασία της απευθείας διαπραγμάτευσης χωρίς δημοσίευση προκήρυξης βάσει του Προεδρικού Διατάγματος (60/2007), που ορίζει ότι «οι αναθέτουσες Αρχές μπορούν να συνάπτουν τις δημόσιες συμβάσεις τους προσφεύγοντας σε διαδικασία με διαπραγμάτευση, χωρίς να προηγείται δημοσίευση σχετικής προκήρυξης, στις ακόλουθες περιπτώσεις εάν, για λόγους τεχνικούς ή σχετικούς με την προστασία αποκλειστικών δικαιωμάτων, η σύμβαση μπορεί να ανατεθεί μόνο σε συγκεκριμένο οικονομικό φορέα». Πρόκειται για μια σπάνια διαδικασία διαπραγμάτευσης με τον πάροχο του συστήματος, τα δικαιώματα του οποίου ανήκουν στην TΗΑLES.
Ωστόσο, η αναβάθμιση του Pallas θα καλύψει τα επόμενα επτά έως οκτώ χρόνια, ενώ η Ένωση Ελεγκτών Εναέριας Κυκλοφορίας επανειλημμένως έχει τονίσει ότι η αναβάθμιση του συστήματος δεν είναι πανάκεια, καθώς επιβάλλεται η αντικατάστασή του διότι το υφιστάμενο σύστημα ραντάρ έχει ήδη αναβαθμιστεί περίπου τέσσερις φορές. Ας δούμε λοιπόν το παρασκήνιο μίας από τις αρχικές αναβαθμίσεις του συστήματος στο μακρινό παρελθόν για να διαπιστώσουμε ότι όλα «τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν…» όπως έλεγε και ο αείμνηστος Νίκος Παπάζογλου.
Έγγραφο με πολλές αναγνώσεις…
Στο έγγραφο με ημερομηνία 12 Φεβρουαρίου 1990, το οποίο έχει σταλεί από το Παρίσι στην Αθήνα και –όπως συνηθίζεται και σε προγενέστερα έγγραφα που έχει αποκαλύψει το «Π»– με μονογραφή υψηλόβαθμου στελέχους της Thomson-CSF, στην εισαγωγική παράγραφο του εγγράφου, ενημερώνει την εν Ελλάδι συνεργαζόμενη εταιρεία σχετικά με το πρόγραμμα εκσυγχρονισμού του Συστήματος Ελέγχου Εναέριας Κυκλοφορίας (ΕΕΚ) της Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ).
Ειδικότερα αφορούσε τα εξής μέρη του συστήματος ΕΕΚ:
Το Σύστημα HE.RA.S (Hellenic Radar System), το οποίο είναι το σύστημα ραντάρ της ΥΠΑ που χρησιμοποιείται για τον έλεγχο εναέριας κυκλοφορίας στον ελληνικό εναέριο χώρο.
Το ΑTC (Air Traffic Control) Simulator Facilities.
To Σύστημα P.A.LL.A.S. (Phased Automation of the Hellenιc ATC Radar System), το οποίο επεξεργάζεται τα δεδομένα των ραντάρ, τα δεδομένα σχεδίων πτήσεως προς όφελος του ΚΕΠΑΘ (Κέντρο Ελέγχου Περιοχής Αθήνας και Μακεδονίας), της προσέγγισης του αεροδρομίου, του Πύργου Ελέγχου και τεσσάρων άλλων προσεγγίσεων αεροδρομίων (Θεσσαλονίκης, Ρόδου, Κέρκυρας και Ηρακλείου).
Το Σύστημα A.T.A.R.S. (Athinai Terminal Area Radar System) που είναι το ραντάρ που χρησιμοποιείται για τις απαιτήσεις προσέγγισης στον Αερολιμένα Αθηνών, τότε στο Ελληνικό (σήμερα στο «Ελ. Βενιζέλος»).
Εξοπλισμό συστήματος φωνητικής επικοινωνίας και τηλεπικοινωνιών που κατασκευάζονταν από τη θυγατρική εταιρεία SODETEG TAI.
Το «πεδίο δράσης»
Στην πρώτη παράγραφο του σχετικού εγγράφου, καθορίζεται ποιο θα είναι το «πεδίο δράσης» του πολυτάλαντου συνεργάτη, το οποίο αφορά σε γενικές γραμμές, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, παρακολούθηση και αναφορά σχετικά με την εξέλιξη του προγράμματος, εστιασμένο στα οικονομικά, εμπορικά και τεχνικά σημεία του όλου προγράμματος.
Στην δεύτερη παράγραφο ακολουθείται το ίδιο μοτίβο με τα προηγούμενα έγγραφα και επισημαίνεται ότι η συνεργασία θα είναι σε αποκλειστική βάση και ότι δεσμεύεται η γαλλική πλευρά να μην υπάρξει εμπλοκή, είτε άμεσα είτε έμμεσα, στη δραστηριότητα αυτή, εταιρείας ή προσώπου είτε γαλλικής είτε αλλοδαπής ιθαγενείας, διευκρινίζοντας ότι ακόμη και μετά τη λήξη της συμφωνίας οποιεσδήποτε πληροφορίες πάσης φύσεως που γνωστοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της συνεργασίας θα πρέπει να θεωρούνται εμπιστευτικές και δεν επιτρέπεται καμία αποκάλυψη των εν λόγω πληροφοριών, εάν δεν υπάρχει προηγούμενη γραπτή και συγκατάθεση της Thomson.
Στην ακριβώς επόμενη παράγραφο (τρίτη), η γαλλική πλευρά τονίζει σαφώς ότι η συνεργασία με το εν Ελλάδι μεσάζων θα πρέπει να είναι πλήρως ανεξάρτητη από την Thomson και σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται σε νομικό επίπεδο ως σχέση μισθωτής εργασίας ή ως αντιπροσώπου της εταιρείας. Στην ίδια παράγραφο τονίζεται επίσης ρητώς ότι ο συνεργάτης δεν θα έχει δικαιοδοσία για οποιουδήποτε είδους διαπραγμάτευση, συμφωνία και γενικά ενέργεια που θα δέσμευε τη γαλλική εταιρεία με οποιονδήποτε τρόπο.
Στην τέταρτη παράγραφο γίνεται αναφορά στο ζήτημα της αμοιβής για τη συνεργασία, με ισχύ από την έναρξη ισχύος της παρούσας συμφωνίας. Το ύψος αυτής καθοριζόταν στο 3% επί της συνολικής αξίας κάθε σύμβασης που θα υπογραφόταν από την Thomson-CSF και την SODETEG TAI.
Ωστόσο, το ενδιαφέρον είναι ότι στην ίδια παράγραφο επισημαίνεται ότι θα δοθεί η ανωτέρω αμοιβή μόνον εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
Υπογραφή πριν από τις εκλογές της 8ης Απριλίου 1990.
Προκαταβολή πριν από τις εκλογές.
Πληρωμή της προκαταβολής εντός 30 ημερών μετά το άνοιγμα της επιστολής πιστώσεως.
Στην πέμπτη παράγραφο ακολουθείται το ίδιο μοτίβο με τα προγενέστερα έγγραφα, διευκρινίζοντας ότι η αποζημίωση θα καταβληθεί στο ίδιο νόμισμα που θα καταβάλει η ελληνική κυβέρνηση το τίμημα για την προμήθεια σύμφωνα με τους κυβερνητικούς κανονισμούς σε ισχύ, ενώ στην επόμενη παράγραφο (έκτη) επισημαίνεται πως αν για οποιονδήποτε λόγο, και ιδιαίτερα κατόπιν αιτήματος της ελληνικής κυβέρνησης ή της γαλλικής, δεν ολοκληρωθούν οι παραδόσεις του εξοπλισμού είτε στο σύνολό του είτε εν μέρει, θα πρέπει να γίνουν οι ανάλογες τροποποιήσεις στην αμοιβή του συνεργάτη.
«Η αμοιβή είναι εφάπαξ»
Στην έβδομη παράγραφο αναφέρεται ρητώς ότι η αμοιβή είναι εφάπαξ με την ολοκλήρωση του προγράμματος, ενώ στην όγδοη παράγραφο αναφέρεται ότι η χρονική ισχύς της συμφωνίας τέθηκε σε ισχύ με το παρόν έγγραφο στις 12 Φεβρουαρίου 1990 και έληγε στις 8 Μαΐου 1990. Σημειώνεται ότι στο τέλος του έγγραφου επισημαίνεται ότι για να επιβεβαιώσει την αποδοχή του ο εν Ελλάδι συνεργάτης στα προαναφερθέντα, θα έπρεπε να επιστρέψει στην Thomson το ένα από τα δύο αντίγραφα της παρούσας συμφωνίας υπογεγραμμένο μετά την ένδειξη «αναγνώστηκε και συμφωνήθηκε με το χέρι».
Ιδιαίτερα υψηλή αμοιβή
Παρότι στο σχετικό έγγραφο η Thomson δεν αναφέρει λεπτομερώς το ακριβές αντικείμενο παροχής υπηρεσιών του εν Ελλάδι συνεργάτη αλλά τους γενικούς τομείς, και σαφώς δεν τον εξουσιοδοτεί να ενεργεί ως επίσημος απεσταλμένος σε κανένα επίπεδο, εντούτοις η αμοιβή είναι ιδιαίτερα υψηλή σε αναλογία με το κόστος υλοποίησης ενός τέτοιου προγράμματος.
Και πάλι θα επισημάνουμε, για να μη θεωρηθεί ότι υπονοείται κάτι εκτός από τα προφανή, ότι η συνεργασία μιας εταιρείας με μια υπεράκτια εταιρεία δεν συνιστά παράνομη πράξη, απλώς θέλουμε να τονίσουμε ότι και ο πλέον καλοπροαίρετος δεν μπορεί να μην επισημάνει ότι η αναβάθμιση ενός συστήματος σε βάθος σχεδόν 25 ετών στοίχισε περίπου 30 εκατ. ευρώ, ενώ ο προϋπολογισμός για την αγορά ενός νέου συστήματος ανέρχεται μεταξύ 35 και 50 εκατ. ευρώ και ανάλογα με το ύψος της επένδυσης η διάρκεια ζωής θα κυμαίνεται από 30 ως και 40 χρόνια, σύμφωνα με τα όσα δηλώνουν ειδικοί από τον χώρο της ΥΠΑ.
Φυσικά, εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε ότι ακόμη και εάν αποφασιστεί κάτι τέτοιο, θα πρέπει να γίνει με τέτοιον τρόπο ώστε η ολοκλήρωσή του να συμπέσει με τα τελευταία χρόνια ζωής του υφιστάμενου, αναβαθμιζόμενου συστήματος ώστε να λειτουργήσουν παράλληλα για κάποιο χρονικό διάστημα, διότι η διαδικασία εγκατάστασης ενός νέου συστήματος είναι ιδιαίτερα χρονοβόρα, οπότε θα είναι απαραίτητη η πλήρης και άρτια λειτουργία του παλαιού. Επιπρόσθετα, διά να μη θεωρηθούμε τιμητές των πάντων, δεν ομιλούμε ούτε για τις δυνατότητες του συστήματος ούτε για τους χειρισμούς της κατασκευάστριας εταιρείας σχετικά με το τότε πρόγραμμα, απλώς επισημαίνουμε τη διαχρονική ολιγωρία των εκάστοτε κυβερνήσεων σε ένα τόσο σημαντικό ζήτημα που άπτεται της ασφάλειας των πτήσεων.
Του ειδικού συνεργάτη
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ το Σάββατο 15/10






