Άρθρα

Δύο χρόνια διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ

Φώτης Σιούμπουρας

Δύο χρόνια συμπληρώνονται σε λίγες μέρες από τότε (25 Ιανουαρίου 2015) που σχηματίσθηκε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και από την επόμενη εβδομάδα η Ελλάδα εισέρχεται στον όγδοο χρόνο κρίσης και καχεξίας, με ανυπολόγιστες συνέπειες για τους πολίτες και συνολικά για την οικονομική, την κοινωνική και την πολιτική ζωή της χώρας.

Δύο χρόνια κι όμως, η πολλά υποσχόμενη συγκυβέρνηση δεν κατάφερε να πειθαρχήσει σε ένα σχέδιο εξόδου από την κρίση και να το υπηρετήσει με συνέπεια και σταθερότητα. Θα έχει την ίδια τύχη και αυτή η κυβέρνηση όπως και οι δύο «μνημονιακές» του Γ. Παπανδρέου και των Αντ. Σαμαρά- Ευάγγ. Βενιζέλου, οι οποίες «έκλεισαν τον κύκλο» τους μόλις συμπλήρωσαν δύο (και) χρόνια διακυβέρνησης ή θα συνεχίσει το έργο της για έξοδο της χώρας από τα μνημόνια και την κρίση, όπως (ξανα)υπόσχεται;

Είναι αλήθεια ότι πριν από δύο χρόνια (εκεί, προς το τέλος του 2014) είχαν διαμορφωθεί κάποιες προϋποθέσεις εξόδου από την κρίση, αλλά αναιρέθηκαν, επειδή ακριβώς επικράτησαν πολιτικοί στόχοι. Τηρουμένων των αναλογιών, κάτι ανάλογο συμβαίνει και τώρα. Έπειτα από πολλές περιπέτειες, η ελληνική οικονομία… κατάφερε να επιστρέψει στο σημείο του 2014, στο σημείο, δηλαδή, ελέγχου των δημοσίων οικονομικών.

Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, μπορούμε τώρα να αξιολογήσουμε με κάποια αποστασιοποίηση τα γεγονότα του 2015-2016. Με τη στενή οπτική των αριθμών, η διετία αυτή μοιάζει απολύτως χαμένη, καθώς η διαφαινόμενη οικονομική ανάκαμψη ανατράπηκε βίαια και με τεράστιο κοινωνικό κόστος. Και ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της περιόδου της κρίσης ήταν η αναντιστοιχία μεταξύ του μεγέθους των αναγκαίων αλλαγών και της δημόσιας συζήτησης η οποία έγινε γύρω από τις αλλαγές αυτές. Ενώ η έξοδος από την κρίση απαιτούσε –και απαιτεί– βαθιές και επίπονες τομές στην οικονομία και στο κράτος, πολλοί Έλληνες πείστηκαν ότι τα αίτια της κρίσης είναι εξωγενή και, συνεπώς, η επιστροφή στην περίοδο παχιών αγελάδων του 2007 ήταν εφικτή με το να πούμε απλώς ότι θα σχίσουμε το μνημόνιο σε μία βραδιά, έτσι, με ένα άρθρο, με έναν νόμο και με απλές και ανώδυνες λύσεις.

Η επικράτηση της άποψης αυτής δημιούργησε μαξιμαλιστικές προσδοκίες και δυσχέρανε το, ήδη πολύ δύσκολο, εγχείρημα της αντιμετώπισης της κρίσης. Αντί να συζητείται, για παράδειγμα, πώς θα επιτευχθεί η μείωση του τεράστιου ελλείμματος με το μικρότερο δυνατό κόστος για τους πιο αδύναμους, ο δημόσιος διάλογος ανέλυε αν είναι απαραίτητη η λιτότητα, με το επιχείρημα ότι οι Ευρωπαίοι φοβούνται την έξοδό μας από το ευρώ και, συνεπώς, θα χρηματοδοτούν εσαεί τις δημόσιες δαπάνες μας. Αντιστοίχως, κάθε προσπάθεια ιδιωτικοποίησης βαφτιζόταν «ξεπούλημα δημόσιας περιουσίας», συγκρίνοντας το τίμημα της πώλησης με κάποια υπέρογκη «πραγματική αξία», η οποία,όμως, δεν ήταν ορατή στους υποψήφιους αγοραστές.

Αυτή ακριβώς η άρνηση από μεγάλο μέρος του κόσμου να αποδεχτεί τι πραγματικά είναι εφικτό συνέβαλε και στην έλλειψη συναίνεσης μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης και στη σταδιακή εκτράχυνση του δημοσίου διαλόγου.

Σήμερα, όμως, ύστερα από δύο σχεδόν χρόνια διακυβέρνησης από ένα κόμμα το οποίο ευαγγελιζόταν τον εύκολο δρόμο εξόδου από την κρίση, έχει γίνει κοινός τόπος ότι οι υποσχέσεις αυτές ήταν ανεδαφικές, γι’ αυτό και το εκλογικό σώμα δείχνει να επιστρέφει σιγά-σιγά στον ρεαλισμό. Βέβαια, η «μνημονιοποίηση» του ΣΥΡΙΖΑ δεν συνοδεύτηκε και από τη δημοσκοπική εκτόξευση κομμάτων της αντιπολίτευσης, σε αντίθεση με αυτό που συνέβη το 2012.

Είναι χαρακτηριστικό,όμως, το ότι η Νέα Δημοκρατία έχει αποκτήσει σημαντικό προβάδισμα στις δημοσκοπήσεις, παρά την απόφασή της να μην υποσχεθεί εύκολες λύσεις. Και αυτό είναι πολύ θετικό. Αυτή η εξέλιξη αποτελεί μια σημαντική παρακαταθήκη τής, κατά τα άλλα, πολύ αρνητικής διετίας 2015-16.

Και μέσα σε όλα τα αρνητικά, με μια ευρύτερη ανάγνωση, θα μπορούσαμε να βρούμε και θετικά στοιχεία τα οποία προέκυψαν από τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, κυρίως επειδή έσπασε η φούσκα των ανεδαφικών προσδοκιών που είχε ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας. Η διάψευση των προσδοκιών που ώθησαν τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία προκάλεσε μεγάλη απογοήτευση, αλλά δίνει χώρο για την επανεκκίνηση του δημοσίου διαλόγου σε πιο ορθολογική βάση.Ήδη, κοινή είναι η πεποίθηση ότι, αν κλείσει η δεύτερη αξιολόγηση, θα διευκολυνθεί η ρύθμιση του χρέους, θα εξασφαλισθεί η συμμετοχή της Ελλάδας στα μέτρα ευνοϊκής χρηματοδότησης από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και θα επιτραπεί η μερική, έστω, απαλλαγή της ελληνικής οικονομίας από τα καταδυναστευτικά capital controls –στοιχεία κρίσιμα για την ελευθέρωση συνολικά της ελληνικής οικονομίας και την επάνοδο σε συνθήκες ανάπτυξης. Καλώς ή κακώς, όπως πιστεύεται, χωρίς ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης η χώρα θα βυθιστεί σε μια κατάσταση διαβρωτικής στασιμότητας, η οποία θα εξουθενώσει άπαντες.
Απαραίτητο είναι, λοιπόν, τώρα, ύστερα από δύο χρόνια στην εξουσία, να επικρατήσουν ο ορθολογισμός και ο ρεαλισμός. Να παραμερίσει,επιτέλους, η κυβέρνηση τις επιμέρους στοχεύσεις, τα σκηνικά πόλωσης και τις λαϊκομετωπικές ρήξεις και να ομονοήσει με τις πολιτικές δυνάμεις του τόπου, στην προσπάθεια ικανοποίησης του εθνικού στόχου, που δεν είναι άλλος παρά η έξοδος από την κρίση.

Του Φώτη Σιούμπουρα

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο που κυκλοφόρησε το Σάββατο 21/1

Εφημερίδες

Διαβάστε όλες τις εφημερίδες online

ΑΡΧΕΙΟ

NEWSLETTER