Παρά τις διθυραμβικές ανακοινώσεις και τις νυχτερινές κυβερνητικές… διαρροές, οι διαπραγματεύσεις των Βρυξελλών απέδειξαν πόσο διχασμένη είναι η ελληνική αντιπροσωπεία και πόσο συστηματικά και συντονισμένα εργάζεται η πλευρά των δανειστών πάνω στο «σχέδιο Σόιμπλε».
Η ξαφνική εμπλοκή της κας Έφης Αχτσιόγλου (για τη μετάβαση της οποίας στις Βρυξέλλες, τελικά δεν χρησιμοποιήθηκε το προεδρικό αεροπλάνο, όπως είχε ζητήσει), του υπουργού Ενέργειας Γιώργου Σταθάκη, αλλά κυρίως του υφυπουργού παρά τω πρωθυπουργώ Δημήτρη Λιάκου, στις συζητήσεις του Brussels Group, όχι μόνο μείωσε τη διαπραγματευτική δύναμη του υπουργού Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτου αλλά επιπλέον ανέδειξε τις διαφορετικές στοχεύσεις των πολιτικών ομάδων στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ.
Οι τρεις «ομάδες»
Η ομάδα του Μαξίμου, που εκπροσωπείται από τη Δρ Αχτσιόγλου και τον κ. Λιάκο, ενδιαφέρεται να «αγοράσει» πολιτικό χρόνο για την επιμήκυνση του βίου της κυβέρνησης, τουλάχιστον μέχρι τις γερμανικές εκλογές. Η ομάδα του αντιπροέδρου Γ. Δραγασάκη, που εκπροσωπείται κυρίως από τον Γιώργο Χουλιαράκη αλλά και τον Γ. Σταθάκη, έχει συνειδητοποιήσει το μέγεθος της ζημιάς στην πραγματική οικονομία με την καθυστέρηση της β΄ αξιολόγησης και επιδιώκει έναν γρήγορο –οδυνηρό έστω– συμβιβασμό.
Η κομματική βάση του ΣΥΡΙΖΑ, οι «αδιάλλακτοι αριστεροί» και η περιβόητη ομάδα των «53+» εκπροσωπείται από τον υπουργό Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτο, ο οποίος θέλει να τελειώσει τη «βρόμικη δουλειά» που ανέλαβε υπογράφοντας το 3ο μνημόνιο με μια «νίκη», δηλαδή μια συμφωνία «πακέτο» που θα περιλαμβάνει μια ουσιαστική διευθέτηση του χρέους, χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα και ορισμένα «αντίμετρα» κοινωνικού και «αριστερού» χαρακτήρα.
Από την άλλη πλευρά, το ΔΝΤ και το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών εργάζονται συντονισμένα πάνω σ’ ένα συγκεκριμένο σχέδιο, εκμεταλλευόμενα την «αφωνία» της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών και την προφανή αδυναμία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να αγοράσει ελληνικά ομόλογα μέχρι να υπάρξει θετική έκθεση βιωσιμότητας του χρέους.
Η βασική στρατηγική του Γερμανού υπουργού Οικονομικών Σόιμπλε συνοψίζεται σε τρία κυρίως σημεία:
1. Η Ελλάδα δεν πρέπει να συμμετέχει στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης QE της ΕΚΤ, γιατί αυτό θα έδινε πολιτικά περιθώρια στον λαϊκισμό της κυβερνητικής πλειοψηφίας.
2. Δεν πρέπει να συμφωνηθεί νέα ρύθμιση χρέους για την Ελλάδα, μέχρι να εκλεγεί η νέα γερμανική κυβέρνηση στις εκλογές του φθινοπώρου.
3. Το ελληνικό ζήτημα δεν πρέπει να δημιουργήσει «κρίση» ούτε να αποτελέσει αντικείμενο πολιτικών αντιπαραθέσεων στην γερμανική προεκλογική περίοδο.
Η γερμανική τακτική ταιριάζει απόλυτα στους επιμέρους στόχους της Κριστίν Λαγκάρντ και του Πόλ Τόμσεν. Η γενική διευθύντρια του Ταμείου έχει δεσμευτεί απέναντι στην καγκελάριο Μέρκελ να συμμετάσχει το ΔΝΤ με νέα χρηματοδότηση στο Ελληνικό Πρόγραμμα, η απόφαση αυτή όμως δεν έχει γίνει ευμενώς αποδεκτή από πολλά μέλη του ΔΣ του ΔΝΤ ούτε φυσικά και από την νέα αμερικανική ηγεσία. Για τη διοίκηση του ΔΝΤ, μια παράταση της εκκρεμότητας με ταυτόχρονη διατήρηση του ρόλου «τεχνικού συμβούλου», μέχρι τις γερμανικές εκλογές, ουδόλως ενοχλεί.
Δεν είναι λίγα τα στελέχη του Μεγάρου Μαξίμου που πιστεύουν (ειλικρινά;) ότι το πολιτικό σκηνικό που θα διαμορφωθεί στην Ευρώπη, μετά τις γαλλικές και κυρίως μετά τις γερμανικές εκλογές, θα είναι ευνοϊκότερο για την Ελλάδα… Γι’ αυτό ο πρωθυπουργός προσφέρει τις καλές υπηρεσίες της Ελλάδας στο θέμα των προσφύγων –που «καίει» τη Γερμανία–, «αγοράζοντας» πολύτιμο πολιτικό χρόνο παραμονής του στην εξουσία χωρίς να παίρνει «δύσκολες αποφάσεις».
Δάνειο-γέφυρα ή μερική δόση
Για να λειτουργήσει το σχέδιο αυτό, είναι απαραίτητο να βρεθεί ένας τρόπος άμεσης, μεταβατικής χρηματοδότησης της Ελλάδας, ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στην αποπληρωμή των δόσεων του καλοκαιριού. Για τον σκοπό αυτόν, τα στελέχη του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) έχουν επεξεργαστεί μια μορφή δανείου- γέφυρα (bridge loan) της τάξης των 3 έως 5 δισ. ευρώ, ανάλογα με τις άμεσες ταμειακές ανάγκες της Ελλάδας. Μια ιδέα ενδιάμεσης δανειοδότησης (bridge loan) θα μπορούσε να είναι η μερική καταβολή της δόσης έναντι της μερικής ολοκλήρωσης της β΄αξιολόγησης.
Θα μετατεθούν για αργότερα ορισμένα από τα προαπαιτούμενα της β΄αξιολόγησης (π.χ. τα εργασιακά) και η Ελλάδα θα πάρει ένα μέρος μόνο της προβλεπόμενης δόσης, ώστε να ανταποκριθεί στις διεθνείς της υποχρεώσεις. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ενέκρινε χθες την αύξηση του ανώτατου ορίου του έκτακτου μηχανισμού ρευστότητας (ELA) προς τις ελληνικές τράπεζες.
Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ, για πρώτη φορά μετά από σχεδόν δύο χρόνια, αύξησε το όριο του ELA κατά 400 εκατομμύρια ευρώ, στα 46,6 δισεκατομμύρια ευρώ, αφού ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας παρουσίασε τη δραματική κατάσταση που αντιμετωπίζουν σήμερα οι ελληνικές τράπεζες, λόγω της αβεβαιότητας, με την απόσυρση καταθέσεων και τη διόγκωση των «κόκκινων» δανείων.
Μαζέψτε λεφτά!
Στην Ελλάδα, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους έχει πάρει εντολή «να μαζέψει ρευστότητα» και να περιορίσει τις πληρωμές «στο ελάχιστο δυνατό», για να μη βρεθεί η χώρα προ δυσάρεστων καταστάσεων. Τα ταμειακά διαθέσιμα του κράτους ανέρχονται σε περίπου 14 δισ. ευρώ, περιλαμβανομένων των χρημάτων που διατηρεί η Τράπεζα της Ελλάδος σε λογαριασμούς οργανισμών και φορέων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Τα ταμειακά διαθέσιμα είχαν υπολογιστεί σε 11 δισ. ευρώ στο τέλος Ιανουαρίου, που περιλαμβάνουν το αποθεματικό των ασφαλιστικών ταμείων για την κάλυψη των συντάξεων (περίπου 2,6 δισ. ευρώ) αλλά και τα χρήματα των νοσοκομείων (περίπου 810 εκατ. ευρώ), όπως επίσης και τα ταμεία των δήμων όλης της χώρας (περίπου 2,5 δισ. ευρώ).
Με τις εισπράξεις του ΦΠΑ, την παρακράτηση του Φόρου Μισθωτών Υπηρεσιών και τα έσοδα από τα τελωνεία, είναι πιθανόν να δημιουργηθεί ένα μικρό ταμειακό απόθεμα για να αντιμετωπίσει η χώρα τις διεθνείς της υποχρεώσεις με τη βοήθεια ενός μικρού δανείου-γέφυρα. Μπορεί ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος να είχε εκφράσει την επιθυμία του να πίνει κοκτέιλ με την ηθοποιό του Χόλιγουντ Σκάρλετ Γιόχανσον, τελικά όμως βρέθηκε να διαπραγματεύεται μαζί με την υπουργό Εργασίας Έφη Αχτσιόγλου στο στενόχωρο γραφείου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, δίπλα από το γραφείο του Τόμας Βίζερ και το γκρίζο κτίριο Charlemagne, στη μικρή αίθουσα συσκέψεων του Ντέκλαν Κοστέλο.
Η κα Αχτσιόγλου ζήτησε, με διακριτικότητα και με εντολή του Μαξίμου, να συμμετάσχει και στη συνεδρίαση των υπουργών Οικονομικών του Eurogroup την περασμένη Δευτέρα, όμως εισέπραξε μια ευγενική αλλά κατηγορηματική άρνηση από τον Γερούν Ντάισελμπλουμ. Στο συγκεκριμένο άτυπο όργανο συμμετέχουν μόνο υπουργοί Οικονομικών ή/και αναπληρωτές τους και δεν τηρούνται πρακτικά, ώστε να υπάρχουν ανοιχτή συζήτηση και διαβουλεύσεις.
Για να μη φανεί ότι ξαφνικά τίθεται υπό επιτροπεία, ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος ζήτησε από τον Γιώργο Σταθάκη να έρθει κι αυτός στις Βρυξέλλες για να συμμετάσχει σε συζητήσεις για το μέλλον της ΔΕΗ, ενώ κρίθηκε (από το Μέγαρο Μαξίμου) απαραίτητη η συμμετοχή του υφυπουργού παρά τω πρωθυπουργώ Δημήτρη Λιάκου, που φέρεται ως επικρατέστερος για μια θέση στο οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, μετά την αναμενόμενη παραίτηση του Ευκλείδη Τσακαλώτου στο τέλος της αξιολόγησης.
Η παρουσία Σταθάκη
Η παρουσία του Γιώργου Σταθάκη στις Βρυξέλλες διευκολύνει τον τακτικό ελιγμό που επιχειρεί η κυβέρνηση, που μπορεί να περιγραφεί με τον τίτλο «δίνουμε τη ΔΕΗ για να πάρουμε εργασιακά και συντάξεις».
● Τα οικονομικά και επιχειρηματικά συμφέροντα Ολλανδών, Γερμα- νών και Γάλλων πιέζουν για την ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ τώρα.
● Η ΔΕΗ πριν από δύο χρόνια είχε χρηματιστηριακή αξία 2,4 δισ. ευρώ και σήμερα ολόκληρη δεν αξίζει περισσότερα από 600 εκατ. ευρώ.
● Στις συζητήσεις των Βρυξελλών κυριαρχούν τα επιχειρήματα των «θεσμών» για την καταδικαστική σε βάρος της χώρας μας απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τον λιγνίτη (εμπόδιο στην πρόσβαση τρίτων). Από την άλλη πλευρά, η κα Αχτσιόγλου προσπαθεί να μεταφέρει ως «νίκη» της ελληνικής διαπραγματευτικής ομάδας τον σεβα- σμό της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τις ομαδικές απολύσεις και τον σεβασμό του ευρωπαϊκού κεκτημένου σε σχέση με την υπερίσχυση των κλαδικών έναντι των επιχειρησιακών συμβάσεων.
Η συζήτηση υποχρεωτικά επεκτάθηκε στο θέμα του Ασφαλιστικού που δυστυχώς δεν έχει κλείσει, γιατί το ΔΝΤ απειλεί με ακόμη δυσμενέστερη αλλαγή των προβλέψεών του για την ανάπτυξη, τα ελλείμματα και το χρέος. Η βασική διαφωνία μεταξύ της κυβέρνησης και των «θεσμών» εντοπίζεται στο χρονικό διάστημα κατά το οποίο θα εφαρμοστούν οι περικοπές 1,8 δισ. ευρώ, δηλαδή στο εάν οι περικοπές θα εφαρμοστούν αμέσως από τον Σεπτέμβριο του 2018, όπως ζητά το ΔΝΤ, ή σε βάθος πενταετίας, όπως ζητά η ελληνική κυβέρνηση.
Επιδίωξη της κυβέρνησης
Βασική επιδίωξη της κυβέρνησης παραμένει η επικύρωση της τεχνικής συμφωνίας στο άτυπο Eurogroup της 7ης Απριλίου στη Μάλτα. Εκεί θα περιγραφούν τα μέτρα της δεύτερης αξιολόγησης και τα πρόσθετα μέτρα για το 2019. Με δεδομένη τη συμφωνία στις αρχές Απριλίου, το ελληνικό θέμα θα «παγώσει» υποχρεωτικά για περίπου 15 ημέρες λόγω των εορτών του Πάσχα.
Θα ξανανοίξει στις 20-23 Απριλίου, όταν θα έχουμε την εαρινή σύνοδο του ΔΝΤ, όπου θα ανοίξει η συζήτηση για την ελάφρυνση του χρέους και των πρωτογενών πλεονασμάτων. Μέσα στον Μάιο θα πρέπει να ολοκληρωθεί η συζήτηση για το χρέος και τα πλεονάσματα, και το Ταμείο θα πρέπει να πάρει τις αποφάσεις του για την ένταξή του ή μη στο ελληνικό πρόγραμμα. Η ανακοίνωση και μόνο της πρόθεσης του Ταμείου να συζητήσει ένα νέο πρόγραμμα με χρηματοδότηση προς την Ελλάδα θα διευκολύνει πολύ τις εξελίξεις…
Του Χρήστου Ν. Κώνστα
Δημοσιεύθηκε με την έντυπη έκδοση της εφημερίδας Παρασκήνιο που κυκλοφόρησε εκτάκτως την Παρασκευή 24/3






