Πολιτική

Χατζηδάκης στο «Π»: «Μας δεσμεύουν οι στόχοι, όχι η πολιτική Τσίπρα»

Χατζηδάκης

«Τώρα που χρειαζόμαστε μεγαλύτερες ανάσες στην οικονομία, η κυβέρνηση συμφώνησε σ’ ένα σκληρό πρόγραμμα. Ο απολογισμός της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ είναι δύο μνημόνια, το Υπερταμείο για 99 χρόνια και λιτότητα για 43 χρόνια, μέχρι το 2060».

Στην Έλλη Τριανταφύλλου

Τη συνολική αποκατάσταση της εμπιστοσύνης θεωρεί ως βασική προϋπόθεση για τον απεγκλωβισμό της χώρας από τα μνημόνια ο αντιπρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας Κωστής Χατζηδάκης, εκτιμώντας ταυτόχρονα ότι η όποια ρύθμιση για το χρέος –η οποία ούτως ή άλλως παραπέμπεται για αργότερα– δεν αρκεί. Ο βουλευτής Β΄ Αθηνών υπογραμμίζει την ανάγκη δραστικής αντιμετώπισης των «κόκκινων» δανείων, τερματισμού της υπερφορολόγησης, προώθησης των ιδιωτικοποιήσεων και επιτάχυνσης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, τις οποίες, όπως λέει, η κυβέρνηση θεωρεί απλώς αναγκαίο κακό.

Πώς διαμορφώνεται το τοπίο για την ελληνική οικονομία μετά το κλείσιμο της αξιολόγησης αλλά και τις δεσμεύσεις που ανέλαβε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ μέχρι το 2060;

Με ένα τσουβάλι μέτρα και ακόμα δεν έχουμε καταφέρει να επιστρέψουμε ούτε στο ’14. Ο απολογισμός της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ είναι δύο μνημόνια, το Υπερταμείο για 99 χρόνια και λιτότητα για 43 χρόνια, μέχρι το 2060!

Απέναντι σε όλα αυτά, ο κ. Τσίπρας έλεγε ότι τουλάχιστον θα φέρει μια γενναία ρύθμιση για το χρέος. Ούτε αυτό όμως συνέβη. Πήραμε μια ετεροβαρή συμφωνία, η οποία εκθέτει την κυβέρνηση και ζημιώνει τη χώρα.

Με την απόφαση αυτή, ούτε πιστοποιητικό βιωσιμότητας για το χρέος πήραμε ούτε την ποσοτική χαλάρωση ούτε ορατή έξοδο στις αγορές.

Θυμίζω, ωστόσο, ότι το 2014 η Ελλάδα είχε πιστοποιητικό βιωσιμότητας από το ΔΝΤ, είχε βγει δοκιμαστικά στις αγορές και δεν είχε, φυσικά, το βαρίδι των capital controls.

Ποια είναι η θέση της ΝΔ σε σχέση με το χρέος;

 Όλοι είμαστε Έλληνες και θέλουμε την καλύτερη δυνατή ρύθμιση για το χρέος. Αυτό είναι αυτονόητο. Η ρύθμιση που δέχθηκε η κυβέρνηση πάσχει σε πολλά. Πάσχει όμως, κυρίως, στο ότι έχει συμφωνήσει για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα για πέντε χρόνια από τώρα. Την περίοδο, δηλαδή, που χρειαζόμαστε μεγαλύτερες ανάσες στην οικονομία και στην αγορά, η κυβέρνηση συμφώνησε σ’ ένα σκληρό πρόγραμμα, που θα υπονομεύσει την επανεκκίνηση της πραγματικής οικονομίας, Με άλλα λόγια, ώθηση η ελληνική οικονομία χρειάζεται τώρα, δεν χρειάζεται το 2040 και το 2050. Η κυβέρνηση, λοιπόν, συμφώνησε σε πλεονάσματα 3,5 % μέχρι και το 2022, που μέχρι πέρυσι ο ίδιος ο κ. Τσίπρας θεωρούσε ότι οδηγούν σε πνιγμό την οικονομία.

Εν πάση περιπτώσει, η όποια ρύθμιση για το χρέος δεν αρκεί για να λύσει τα προβλήματα της οικονομίας μας. Αυτό αποδείχθηκε και όταν έγιναν σοβαρότερες παρεμβάσεις στο δημόσιο χρέος, όπως το PSI.

Το μεγάλο «στοίχημα» για τη χώρα και την οικονομία μας είναι η συνολική αποκατάσταση της εμπιστοσύνης. Και αυτό θα γίνει με μια σοβαρή μεταρρυθμιστική κυβέρνηση. Με δραστική αντιμετώπιση των «κόκκινων» δανείων. Με τερματισμό της υπερφορολόγησης. Με προώθηση των ιδιωτικοποιήσεων. Με επιτάχυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, τις οποίες η κυβέρνηση θεωρεί απλώς αναγκαίο κακό.

Τo γεγονός ότι ούτε αυτήν τη φορά η χώρα πήρε μία σαφή λύση για το πρόβλημα του χρέους, το χρεώνετε αποκλειστικά στη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ ή είναι και ευθύνη των πιστωτών;

Είναι αυτονόητο ότι οι δανειστές θα πρέπει να τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους.

Ωστόσο, σας θυμίζω ότι η κυβέρνηση Τσίπρα είχε συμφωνήσει ότι τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος θα εφαρμοστούν, εάν είναι αναγκαίο, από τον Σεπτέμβριο του ’18 και μετά. Μάλιστα, πανηγύριζαν τότε γι’ αυτό. Ανατρέξτε στις σχετικές δηλώσεις. Αυτό λοιπόν το επικαλούνταν οι δανειστές.

Επιπλέον, ο κ. Τσίπρας, με τους χειρισμούς του τον τελευταίο χρόνο, εξασθένισε περαιτέρω τη διαπραγματευτική θέση της χώρας. Πρώτον, με την πολιτική του οπισθοδρόμησε την οικονομία, γεγονός που οδήγησε το ΔΝΤ να λέει ότι δεν βγαίνουν τα νούμερα σε σχέση με τους ρυθμούς ανάπτυξης της χώρας. Και, δεύτερον, καθυστερώντας τη διαπραγμάτευση και φτάνοντας μέχρι τις γερμανικές εκλογές, γεγονός που δεν έδωσε την απαραίτητη ευελιξία στη γερμανική πλευρά.

Εκτιμάτε ότι μετά τις τελευταίες εξελίξεις έχει ξεκαθαρίσει το τοπίο σε σχέση με τον στόχο της εξόδου της χώρας στις αγορές εντός του έτους, όπως ευελπιστεί η κυβέρνηση;

Στις αγορές είχαμε βγει δοκιμαστικά από το 2014. Διότι τότε, μεταξύ των άλλων, είχαμε και το πιστοποιητικό βιωσιμότητας για το χρέος από το ΔΝΤ.

Τώρα, χωρίς αυτό το πιστοποιητικό, αλλά και χωρίς ποσοτική χαλάρωση από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, τα πράγματα δυσκολεύουν.

Διαβάστε τις εκθέσεις διαφόρων επενδυτικών οίκων σχετικά μ’ αυτό. Όλοι μιλάνε για μια μεσοβέζικη συμφωνία, που δεν αντιμετωπίζει οριστικά το πρόβλημα.

Η «μπάλα» σε κάθε περίπτωση περνάει στην κυβέρνηση και στους χειρισμούς της. Δηλαδή, αυτό που από εδώ και πέρα θα μετρήσει, έχοντας ως αφετηρία τη συμφωνία του Eurogroup, είναι το αν θα καταφέρει η κυβέρνηση να πείσει αγορές και επενδυτές ότι πρόκειται για μια κανονική ευρωπαϊκή κυβέρνηση, προκειμένου να δανειστούμε με χαμηλό επιτόκιο.

Διαβάζουμε ότι στην αιχμή του κυβερνητικού έργου θα βρεθεί εφεξής η προσπάθεια προσέλκυσης επενδύσεων. Πού διαφέρει το σχέδιο της κυβέρνησης από εκείνο της ΝΔ;

Η κυβέρνηση στο λόγια χτίζει ανώγεια και κατώγια. Με την πρακτική της, όμως, δείχνει ότι έχει «αλλεργία» στην επιχειρηματικότητα και στις επενδύσεις. Μια κυβέρνηση που θεωρεί δάσος το πρώην αεροδρόμιο του Ελληνικού και αρχαιολογικό χώρο το σιλό στο λιμάνι του Πειραιά δεν μπορεί να προσελκύσει επενδύσεις. Γι’ αυτό, άλλωστε, δεν είναι καθόλου τυχαίο σήμερα ότι με τις επενδύσεις βρισκόμαστε σε χαμηλό 20ετίας.

Από την άλλη πλευρά, η ΝΔ είναι το μόνο κόμμα στην Ελλάδα που έχει την τεχνογνωσία και την προστιθέμενη αξία να προσελκύσει ιδιωτικές επενδύσεις στη χώρα. Σας θυμίζω ότι όλες οι μεγάλες επενδύσεις για τις οποίες σήμερα μιλάμε –ανεξάρτητα αν προχωρούν ή τις υπονομεύει η κυβέρνηση– δρομολογήθηκαν από τη ΝΔ. Επιπλέον, η ΝΔ και ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχουν ξεκάθαρη φιλική στάση για τις επενδύσεις. Λέμε Νέα Δημοκρατία, νέες δουλειές, και αυτό θα το κάνουμε πράξη με μια μεταρρυθμιστική κυβέρνηση που θα αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη των αγορών και των επενδυτών στη χώρα.

H NΔ, όπως και οι περισσότεροι στην Ευρώπη, «διάβασε» τη νίκη Μακρόν στη Γαλλία ως καθαρή ήττα του λαϊκισμού. Όμως η χαμηλή προσέλευση ψηφοφόρων σάς προβληματίζει;

Ασφαλώς μάς προβληματίζει, αλλά στη ΝΔ προσπαθούμε να είμαστε συγκεκριμένοι στις προτάσεις μας και ακολουθούμε τον δρόμο της αλήθεια και της κοινής λογικής. Μακριά από τον λαϊκισμό και τις μαγικές συνταγές. Με λογική και ευαισθησία. Στους πολίτες λέμε λίγα, για να τα κάνουμε όλα.

Οι δεσμεύσεις που ανέλαβε η χώρα επί κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ πόσο διαφοροποιούν τις προγραμματικές δεσμεύσεις της ΝΔ; Πώς θα κατορθώσετε να τις υλοποιήσετε, αφού έχετε ήδη ξεκαθαρίσει ότι θα σεβαστείτε τις όποιες δεσμεύσεις;

 Έχουμε πει ότι μας δεσμεύουν οι δημοσιονομικοί στόχοι, αλλά όχι το μείγμα πολιτικής που εφαρμόζει η κυβέρνηση Τσίπρα. Η πολιτική της υπερφολόγησης δεν είναι μονόδρομος.

Η ΝΔ θα εφαρμόσει ένα δικό της ελληνικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και διαρθρωτικών αλλαγών, λ.χ. στη δημόσια διοίκηση, στη Δικαιοσύνη, στην Παιδεία κ.ο.κ., που θα βρίσκεται πέρα από το μνημόνιο. Αυτό το πρόγραμμα θα εφαρμόσουμε γρήγορα για να πείσουμε τους εταίρους μας ότι είμαστε σοβαροί και αποφασισμένοι να κάνουμε μεταρρυθμίσεις. Αυτό θα βελτιώσει σημαντικά την αξιοπιστία της χώρας και τη διαπραγματευτική της θέση.

Επίσης, ως κυβέρνηση φιλοδοξούμε να εφαρμόσουμε τις βέλτιστες ευρωπαϊκές πρακτικές. Μέτρα που εφαρμόστηκαν στην Ιρλανδία, στην Πορτογαλία και στην Κύπρο και τους οδήγησαν εκτός μνημονίου μέσα σε τρία χρόνια. Αφού λοιπόν τα «βρήκαν» με αυτές τις χώρες, γιατί όχι με εμάς;

Αυτά θα τα παρουσιάσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, με βάση και τα νέα δεδομένα, στη ΔΕΘ τον Σεπτέμβριο.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο Παρασκήνιο του Σαββάτου 26/7

 

Εφημερίδες

Διαβάστε όλες τις εφημερίδες online

ΑΡΧΕΙΟ

NEWSLETTER