Σε λίγα 24ωρα γράφεται ο επίλογος του τρίτου μνημονίου. Ο επίλογος, όμως, του βιβλίο της ελληνικής οικονομικής κρίσης -σχεδόν 9 χρόνια μετά την προσφυγή στον Μηχανισμό Στήριξης- αργεί ακόμα.
Είναι ουτοπικό να πιστέψει κανείς ότι τα δύσκολα έχουν τελειώσει. Ουτοπικό και επικίνδυνο, λένε οι ειδικοί, καθώς τα σκληρά μέτρα λιτότητας και οι δεσμεύσεις θα μας ακολουθούν για τα πολλά ακόμη χρόνια.
Οι στόχοι, άλλωστε, για τους οποίους έχει δεσμευτεί η σημερινή κυβέρνηση (και έχει δεσμεύσει και την όποια επόμενη) είναι αρκετά φιλόδοξοι. Η μεταμνημονιακή Ελλάδα έχει δεσμευτεί για πρωτογενή πλεονάσματα στο 3,5% του ΑΕΠ έως το 2022 -στόχος που από τη δεκαετία του ’70 έχουν επιτύχει ελάχιστες χώρες- και 2,2% έως το 2060. Η τελευταία πράξη του δράματος αργεί ακόμα, με μια Ελλάδα να μετρά πληγές από το πιο σκληρό πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που επιβλήθηκε ποτέ σε χώρα εν καιρώ ειρήνης.
Η χώρα μας θα εξακολουθήσει να έχει το μεγαλύτερο χρέος -ως ποσοστό του ΑΕΠ- στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα περιθώρια για δημοσιονομικές δαπάνες θα είναι ασφυκτικά, οι ληξιπρόθεσμες οφειλές από και προς το Δημόσιο εξακολουθούν να αυξάνονται, ενώ οι τράπεζες, παρά τα βήματα σταθεροποίησης, είναι αμφίβολο αν μπορούν να σηκώσουν το βάρος της ανοικοδόμησης της ελληνικής οικονομίας – μιας ελληνικής οικονομίας που έχει συρρικνωθεί κατά 26% σε σχέση με το 2009 και όπου το ένα πέμπτο του οικονομικά ενεργού πληθυσμού, κυρίως οι νέοι, έχει μείνει χωρίς απασχόληση (γιατί η δουλειά είναι διαφορετικό πράγμα) και περίπου μισό εκατομμύριο Έλληνες έχουν εγκαταλείψει τη χώρα, προς αναζήτηση καλύτερων ευκαιριών. Το «brain drain» είναι κάτι που δεν πρέπει κανείς να υποτιμά, καθώς η πατρίδα μας στερείται σπουδαία μυαλά από την πιο καλά μορφωμένη γενιά!
Για να είμαστε, πάντως, ακριβοδίκαιοι, πρέπει να επισημάνουμε ότι από το βάθος του τούνελ φαίνονται αμυδρά κάποιες αχτίδες φωτός! Ο τουρισμός, στην πιο δύσκολη περίοδο της Ελλάδας μετά τη Μεταπολίτευση, δείχνει ότι μπορεί να τραβήξει το κάρο από τη λάσπη. Δεν αρκεί, όμως, μόνο αυτός. Ούτε, φυσικά, τα λογιστικά τρικ, τα οποία δείχνουν την ανεργία να πέφτει για πρώτη φορά κάτω από το ψυχολογικό όριο του 20%.
Η χώρα μας οφείλει να προσελκύσει επενδύσεις. Αυτό απαιτεί σταθερή πολιτική και κίνητρα, ώστε, με το φρέσκο χρήμα που θα πέσει στην αγορά, να πάρουν τα πάνω τους και οι μακροοικονομικοί δείκτες. Ναι, μπορεί πλέον να μην έχουν πρωτογενή ελλείμματα. Τα πλεονάσματα, όμως, οφείλονται στην υπερφορολόγηση, στη συρρίκνωση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και στο «πάγωμα» των πληρωμών του Δημοσίου. Όλα αυτά, εκμεταλλευόμενοι τη θετική συγκυρία της ολοκλήρωσης του τρίτου μνημονίου, πρέπει να τα αλλάξουμε, ώστε να έρθει η περιβόητη κανονικότητα.
Ας ελπίσουμε ότι ύστερα από 9 χρόνια όλοι έχουμε πάρει τα μαθήματά μας από την κρίση, πως θα αφήσουμε στην άκρη τον λαϊκισμό και τις μικροπολιτικές σκοπιμότητες και θα εργαστούμε σκληρά, ώστε μετά το τέλος των μνημονίων να έρθει και το τέλος της λιτότητας…
του Νίκου Καραμανλή
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο





