Στο χείλος της bear market σχοινοβάτησε ο κορυφαίος χρηματιστηριακός δείκτης, S&P 500, υποχωρώντας σε χαμηλό 19μηνών, με τους παράγοντες της αγοράς να κατηγορούν τον υπουργό Οικονομικών του Ντόναλντ Τραμπ για άτσαλες παρεμβάσεις, οι οποίες εντείνουν, αντί να περιορίσουν τον πανικό.
Η είσοδος σε bear market, σύμφωνα με αναλυτές, έχει μεγάλη συμβολική και τεχνική σημασία, καθώς μπορεί να οδηγήσει την αγορά σε ένα αυτοτροφοδοτούμενο κύκλο ρευστοποιήσεων.
Οι περισσότεροι συμφωνούν ότι τα πράγματα στην αγορά έχουν γίνει χειρότερα με τις πρωτοβουλίες που ανέλαβε ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών, Στίβεν Μνούτσιν, για να ηρεμήσει το χρηματοπιστωτικό σύστημα της χώρας, μετά την αύξηση επιτοκίων από την Fed, τις πληροφορίες περί σχεδίων απομάκρυνσης του προέδρου της Fed, Τζερόμ Πάουλ, από τον πρόεδρο Τραμπ, αλλά και την κόντρα προέδρου – Κογκρέσου που κρατά κλειστή την ομοσπονδιακή κυβέρνηση.
Ο Μνούτσιν προσπάθησε το Σαββατοκύριακο να διαψεύσει ότι υπάρχει θέμα απομάκρυνσης του Πάουλ και σε μεγάλο βαθμό ήταν πειστικός. Όμως, δεν ήταν όλες οι κινήσεις του εξίσου εύστοχες. Ο Αμερικανός ΥΠΟΙΚ μίλησε με τους έξι ισχυρότερους τραπεζίτες της Wall Street και ανακοινώθηκε ότι τον διαβεβαίωσαν πως έχουν επαρκή ρευστότητα.
Όπως επισημαίνει το investing.com, οι διαβεβαιώσεις για τη ρευστότητα δεν ερμηνεύθηκαν ως θετική εξέλιξη από την αγορά, αφού όλοι πίστευαν ότι τέτοιο πρόβλημα δεν υπήρχε και ξαφνικά το θέμα της ρευστότητας βρέθηκε στο προσκήνιο της επικαιρότητας, με πρωτοβουλία μάλιστα του υπουργού Οικονομικών.
Εκτός αυτού, όμως, άστοχη χαρακτηρίζεται και η πρωτοβουλία Μνούτσιν για τηλεδιάσκεψη, σήμερα, της ειδικής ομάδας διαχείρισης χρηματοπιστωτικών κρίσεων, που είχε δημιουργηθεί το 1987 με πρωτοβουλία του προέδρου Ρήγκαν, μετά το κραχ στην Wall Street. Σε αυτή την ομάδα συμμετέχουν ο υπουργός Οικονομικών, ο πρόεδρος της Fed και άλλοι επικεφαλής εποπτικών αρχών του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Η πρωτοβουλία Μνούτσιν για τη συνεδρίαση αυτής της ομάδας έκανε τους επενδυτές να θεωρήσουν, σε συνδυασμό και με τις συζητήσεις για τη ρευστότητα των τραπεζών, ότι μπορεί να υπάρχει κάποιο πολύ σοβαρότερο πρόβλημα από μια απλή υποχώρηση των τιμών των μετοχών.






