Το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής επισήμανε πως «Ο στόχος για πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ παραμένει εφικτός αλλά με αυξημένο ρίσκο». Αυτό γιατί υπάρχουν στοιχεία που εξακολουθούν να αποτελούν εστίες κινδύνου και να αυξάνουν το δημοσιονομικό ρίσκο.
Την ίδια στιγμή, το Γραφείο τάσσεται υπέρ της αναγκαιότητας μείωσης των στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα, πολύ περισσότερο δε εξαιτίας του γεγονότος ότι η χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής δεν μεταδίδεται με την ίδια ισχύ στην χώρα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του πρώτου εξαμήνου το πρωτογενές πλεόνασμα σε μη ενοποιημένη βάση βρίσκεται με οριακή απόκλιση στα περσινά επίπεδα. Παρ’ όλα αυτά όμως όταν μπαίνουν στο κάδρο οι αυξημένες ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του Δημοσίου, οι μεταφορές των κερδών από το Ευρωσύστημα και τα έσοδα αποκρατικοποιήσεων η εικόνα αλλάζει. Συγκεκριμένα υπολογίζεται ότι το 1ο εξάμηνο της φετινής χρονιάς το πρωτογενές έλλειμμα 202 εκατ. ευρώ, έναντι του πλεονάσματος που βρίσκεται στα 1,936 δισ. ευρώ το διάστημα που ήταν πέρυσι. Με λίγα λόγια επιδείνωση υπολογίζεται στα 2,138 δισ. ευρώ.
Στην έκθεση επισημαίνεται πως εκτός από τους κινδύνους στο εξωτερικό περιβάλλον λόγω των εμπορικών διενέξεων όπως η επιβράδυνση της παγκόσμιας ανάπτυξης και τον κίνδυνο ενός άτακτου Brexit, στο εσωτερικό περιβάλλον υπάρχει η ανησυχία για τα δημοσιονομικά μεγέθη. Συγκεκριμένα στο α’ εξάμηνο το πρωτογενές αποτέλεσμα επιδεινώθηκε κατά 2,1 δισ. ευρώ σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα πέρυσι.
Παράλληλα επισημαίνετε πως «Στο προσεχές διάστημα θα πρέπει να προωθηθούν οι απαραίτητες ενέργειες που θα διασφαλίσουν την αναβάθμιση των ελληνικών κρατικών ομολόγων σε επενδυτική βαθμίδα, ώστε να γίνουν επιλέξιμα για συμμετοχή σε ένα νέο γύρο νομισματικής χαλάρωσης εκ μέρους της ΕΚΤ».
Ακόμα η έκθεση υπογραμμίζει πως αυτό «θα οδηγήσει σε περαιτέρω αποκλιμάκωση του κόστους δανεισμού για το σύνολο της οικονομίας και θα έχει ευνοϊκές επιδράσεις στη βιωσιμότητα του χρέους και στους ρυθμούς ανάπτυξης. Πέρα όμως από τη νομισματική χαλάρωση θα πρέπει και η δημοσιονομική πολιτική να συνηγορήσει προς την ίδια κατεύθυνση. Στο πλαίσιο αυτό, η μείωση των δημοσιονομικών στόχων αποτελεί εύλογο αίτημα από την πλευρά της χώρας μας και δηλωμένη πρόθεση σχεδόν του συνόλου των πολιτικών δυνάμεων».
Τέλος τονίζεται ότι «η δημοσιονομική πολιτική έχει αναδιανεμητικό χαρακτήρα και κάθε κυβέρνηση τη διαχειρίζεται ανάλογα με τις πολιτικές της προτεραιότητες, για αυτό και η κατανομή του δημοσιονομικού χώρου αποτελεί ζήτημα πολιτικής συζήτησης και αντιπαράθεσης. Αυτό είναι απόλυτα φυσιολογικό στη δημοκρατία, προϋποθέτει όμως σεβασμό στα δημοσιονομικά περιθώρια προκειμένου να μην τεθεί σε αμφισβήτηση η αξιοπιστία της χώρας».






