«Οι βασικές παράμετροι μιας συμφωνίας (με την Τουρκία) είναι απλές, πολύ απλές. Η υφαλοκρηπίδα θα μοιραστεί λογικά. Εμείς θα πάρουμε το μεγάλο μέρος, οι Τούρκοι θα πάρουνε το μικρό. Και περίπου θα έχουμε συμφωνήσει και θα αφήσουμε το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης να χαράξει τη γραμμή… Υπάρχει μεγάλη δυνατότητα να συμφωνήσουμε…».
Τι να εννοούσε άραγε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης με όσα είπε μετά τη λήξη της πρωθυπουργικής του θητείας και περιλαμβάνονται στο βιβλίο του Αλέξη Παπαχελά, «Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης με τα δικά του λόγια;». Η ερμηνεία βεβαίως προφανής. Ότι, δηλαδή, μπορεί οι ελληνικές θέσεις να βασίζονται στο Διεθνές Δίκαιο και σε στέρεα νομικά επιχειρήματα. Ότι η Τουρκία του Ερντογάν μπορεί να ακολουθεί μια εν πολλοίς αυθαίρετη και επεκτατική πολιτική, αλλά είναι επίσης σαφές ότι καμία λύση δεν μπορεί να υπάρξει, αν δεν ληφθούν υπ’ όψιν και τα συμφέροντα, το «δίκαιο» και της άλλης πλευράς. Και τώρα που η Άγκυρα επιχειρεί να βάλει στο τραπέζι και το Αιγαίο, μετά τα τετελεσμένα που επιδιώκει στην Ανατολική Μεσόγειο, με τον Τούρκο υπουργό άμυνας Χ. Ακάρ να προειδοποιεί ότι η Τουρκία δεν θα επιτρέψει καμιά άλλη επιλογή εκτός εκείνης που θα εξασφαλίζει «δίκαιο διαμοιρασμό κάθε είδους πηγής και πλούτου στο Αιγαίο, στην Ανατολική Μεσόγειο και στην Κύπρο», τα λόγια του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη είναι περισσότερο επίκαιρα από ποτέ.
Η Αθήνα βεβαίως ορθώς κινητοποιείται διεθνώς ώστε να καταδείξει ότι η Συμφωνία Τουρκίας -Λιβύης στερείται νομιμοποίησης και το περιεχόμενό της είναι αντίθετο με βασικές έννοιες και αρχές της Σύμβασης του Δικαίου της Θάλασσας. Όμως, πλέον είναι σαφές ότι η Τουρκία θα χρησιμοποιήσει το χαρτί της Συμφωνίας αυτής προκειμένου να γεμίσει τη δική της πλευρά της πλάστιγγας, προετοιμάζοντας το έδαφος για μια συνολική διαπραγμάτευση που θα περιλαμβάνει και το Αιγαίο. Γι’ αυτό και μετά την τελευταία εξέλιξη με τη Λιβύη, η Ελλάδα αντιμετωπίζει ήδη το σοβαρό ενδεχόμενο να δει τουρκικό ερευνητικό συνοδεία φρεγατών να επιχειρεί παράνομα εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας όχι για να ανατρέψει τετελεσμένα που θα είχε δημιουργήσει η Συμφωνία οριοθέτησης Ελλάδας – Κύπρου, αλλά, αντιθέτως, για να εμπεδώσει τα τετελεσμένα της Συμφωνίας Τουρκίας – Λιβύης. Σε κάθε περίπτωση πάντως, η Ελλάδα θα πρέπει να προετοιμάζεται και για μια δύσκολη διαπραγμάτευση, χωρίς να αποκλείεται η πιθανότητα προσφυγής στο Δ.Δ. της Χάγης.
Βεβαίως η απάντηση στο ερώτημα αν θα πρέπει να προσφύγουμε στο Δ.Δ. της Χάγης δεν είναι εύκολο να δοθεί. Για τους υποστηρικτές της άποψης αυτής, και η χειρότερη απόφαση ενός δικαστή στη Χάγη θα είναι πολύ καλύτερο αποτέλεσμα από την κατάληξη μιας διαπραγμάτευσης διμερούς ή πολυμερούς, μετά από μια θερμή κρίση. Σίγουρα όμως η Χάγη δείχνει να είναι μία σοβαρή επιλογή. Αλλά εκεί η Τουρκία, που ερμηνεύει το Διεθνές Δίκαιο κατά το δοκούν, ξέρει ότι δεν θα κερδίσει ό,τι επιδιώκει. Γι’ αυτό και δεν θα δεχτεί κάτι τέτοιο, όταν γνωρίζει ότι μπορεί να κερδίσει περισσότερα με άλλους τρόπους. Κι εμείς όμως, που επί του παρόντος δεν συζητάμε για προσφυγή στη Χάγη, δεν είναι βέβαιον ότι θα δικαιωθούμε πλήρως. Άρα, επιστρέφουμε στον κεντρικό πυρήνα της συζήτησης. Τα πάντα θα κριθούν από το δικό μας «οπλοστάσιο». Από την αποτρεπτική μας δυνατότητα και από τις διαθέσεις των συμμάχων μας. Μερικοί από τους οποίους όμως είναι υπέρ του δόγματος «κάντε δουλειές και όχι πόλεμο»…
του Φώτη Σιούμπουρα
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο





