Δύο Ελληνίδες νοσηλεύτριες εξομολογήθηκαν για την μάχη που δίνουν σε νοσοκομεία της Γερμανίας προκειμένου να σώσουν όσες περισσότερες ζωές γίνεται. Πρόκειται για την Άννα και την Βασιλική που μετανάστευσαν στην Γερμανία και πολεμάνε τον αόρατο εχθρό μέσα στα γερμανικά νοσοκομεία.
«Τον πρώτο καιρό κουβάλαγα όλες τις εικόνες στο σπίτι. Σκεφτόμουν τι θα μπορούσα να έχω κάνει καλύτερα, μήπως παρέλειψα κάτι. Τώρα έχουμε μπει σε μια σωστή ροή της δουλειάς και όλο αυτό κυλάει κάπως αυτόματα» λέει με χαμηλή φωνή η Άννα Πάνου.

Είναι νοσηλεύτρια και εδώ και έξι χρόνια βρίσκεται στη Γερμανία. Τα τελευταία δυο χρόνια εργάζεται σε ένα νοσοκομείο στο Χάιλμπρον. Το Γυναικολογικό Τμήμα όπου δούλευε μετατράπηκε σε πτέρυγα για ασθενείς με κορωνοϊό πριν από ένα μήνα. «Έχω δυο παιδάκια και μια ηλικιωμένη μητέρα που ζει μαζί μας. Στην αρχή όταν άκουσα πως οι ασθενείς που θα φροντίζουμε θα είναι με κορωνοϊό φοβήθηκα πολύ. Ένα μήνα μετά μπορώ να πω ότι έχουμε συνηθίσει στις καινούργιες συνθήκες. Προσπαθούμε και παίρνουμε όλα τα απαραίτητα μέτρα για να προστατευθούμε. Νομίζω πως είμαστε σε καλό δρόμο και χαίρομαι πολύ που μπορούμε να βοηθήσουμε» λέει στη DW η 39χρονη νοσηλεύτρια.
Στο συγκρότημα όπου εργάζεται ζουν 56 ηλικιωμένοι και αναφέρει στην DW πως «Όταν ξεκίνησε η κρίση του κορωνοϊού πήραμε αμέσως μέτρα. Έκλεισαν για όλους οι πόρτες. Συγγενείς και φίλοι μπορούν να δουν τους δικούς τους μόνο από μακριά. Μπορούν να βγουν στο μπαλκόνι και να χαιρετισθούν. Ακόμα, όλο το προσωπικό φοράει μάσκες. Χρησιμοποιούμε συχνότερα αντισηπτικά και κάνουμε απολυμάνσεις. Οι ένοικοι δεν επιτρέπεται πλέον να έχουν κοινές δραστηριότητες. Ακόμα σταμάτησαν να έρχονται οι φυσιοθεραπευτές, οι κομμώτριες, οι ποδολόγοι. Κρατάμε τις αποστάσεις των δυο μέτρων».
Η Άννα από την άλλη μεριά που εργάζεται στο νοσοκομείο του Χάιλμπρον η πραγματικότητα είναι πιο σκληρή. Κάποιες εικόνες δεν θα τις ξεχάσει ποτέ και περιγράφει χαρακτηριστικά ότι «Ένα πρωί μπήκα στο θάλαμο όπου νοσηλευόταν μια 58χρονη ασθενής. Ήμουν νυχτερινή βάρδια. Όλη τη νύχτα όλα κυλούσαν καλά, όλα ήταν πολύ ήσυχα, οι μετρήσεις σωστές.

Από τη μια στιγμή στην άλλη κυριολεκτικά αυτό άλλαξε. Ξαφνικά τη βλέπω ότι είχε δυσκολία στην αναπνοή. Χρειάστηκε να αντιδράσουμε πολύ γρήγορα και να την μεταφέρουμε στην εντατική. Ήταν έξι παρά δέκα το πρωί. Λίγο πριν από τη λήξη της βάρδιας μου. Μετά από δυο μέρες μάθαμε πως η ασθενής κατέληξε. Κι όμως εκείνη τη νύχτα ήταν τόσο καλά, τόσο αισιόδοξη, όλο έλεγε “είμαι καλά”».
Στη συνέχεια συμπληρώνει ότι«την τελευταία εβδομάδα είχαμε αρκετούς θανάτους. Κυρίως ηλικιωμένοι με αρκετά προβλήματα υγείας. Στην αρχή ήμασταν όλοι πολύ αισιόδοξοι αλλά όσο να ναι μας αποθάρρυνε η τελευταία εβδομάδα».
Πηγή: DW






