Την εκτίμηση ότι θα βρεθεί σημείο τομής μεταξύ της Πολιτείας και της Εκκλησίας για τον Δεκαπενταύγουστο εκφράζει, μιλώντας στο «Π», ο βουλευτής Α’ Πειραιώς Κώστας Κατσαφάδος, εν όψει και των εορτασμών και με δεδομένη την ανησυχία από τα αυξημένα κρούσματα κορονοϊού. Εκτιμά ότι η κυβέρνηση θα πάρει όποιο μέτρο χρειαστεί, ακολουθώντας τις εισηγήσεις των ειδικών.
Οι αριθμοί του κορονοϊού έχουν πάρει και πάλι την ανηφόρα. Μέτρα που ελήφθησαν το προηγούμενο διάστημα θα είναι επαρκή για την ανάσχεση της έξαρσης;
Τα μέτρα που παίρνουμε, κ. Ευγενίδη, είναι αυτά που μας συνιστούν οι ειδικοί. Οι ειδικοί, οι οποίοι μας κράτησαν ασφαλείς κατά το πρώτο κύμα του κορονοϊού, που πέτυχαν αυτό το «θαύμα», να προφυλάξουμε την κοινωνία και τους πολίτες, είναι αυτοί που εμπιστευόμαστε. Όπως ξέρετε, καθημερινά όλα αναθεωρούνται, με βάση τα νέα δεδομένα. Ακολουθούμε τις οδηγίες των ειδικών και, σαφώς, όλα τα μέτρα είναι στο τραπέζι, αλλά, σε αυτήν τη φάση, προέχει η τήρηση των μέτρων που έχει ανακοινώσει η κυβέρνηση εδώ και μέρες.
Μήπως υπήρξε χαλάρωση και σε πολιτικό επίπεδο;
Δεν θα το έλεγα. Καθημερινά συνεδρίαζε η επιτροπή των λοιμωξιολόγων και εξέταζε την κατάσταση, όπως διαμορφωνόταν. Και η κυβέρνηση, όταν έκρινε ότι έπρεπε να πάρει μέτρα, με βάση και τις εισηγήσεις των ειδικών, δεν δίστασε να το πράξει. Δεν θεωρώ ότι υπήρξε κάποιος εφησυχασμός ή χαλάρωση. Έπρεπε να ανοίξουμε την κοινωνία μετά τον εγκλεισμό της πρώτης περιόδου. Αξιολογούσαμε και αξιολογούμε την κατάσταση διαρκώς και όποιες παρεμβάσεις πρέπει να γίνουν θα γίνονται.
Θεωρείτε ότι θα βρεθεί ένα σημείο τομής με την Εκκλησία, προκειμένου να αποφευχθεί ο συγχρωτισμός των πολιτών;
Αντιλαμβάνομαι το θρησκευτικό αίσθημα, το οποίο έχουν οι πολίτες και η κοινωνία. Ο Κλήρος στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας -μια εβδομάδα που ήταν ακόμα πιο ευαίσθητη θρησκευτικά- και έδειξαν και η Εκκλησία και ο Κλήρος ότι αντιλήφθηκαν την κρισιμότητα της στιγμής, υπάκουσαν και υπηρέτησαν τα μέτρα που πήρε η κυβέρνηση. Κάτι αντίστοιχο θα γίνει και κατά τον εορτασμό του Δεκαπενταύγουστου.
Ένα θέμα που θα βρούμε μπροστά μας, πέραν του υγειονομικού, είναι η κατάσταση στην οικονομία. Υπάρχουν επαρκή πολεμοφόδια για να στηριχθούν όσοι θα βιώσουν απώλειες; Γιατί φαίνεται ότι η ύφεση θα είναι βαθιά…
Να ανοίξω μια παρένθεση. Το σύστημα αντέχει λόγω της επιτυχίας που είχαμε την άνοιξη. Τότε μπορέσαμε και κερδίσαμε χρόνο απαραίτητο για να το ενισχύσουμε, να δημιουργήσουμε δομές και να αυξήσουμε υποδομές, ώστε να είμαστε έτοιμοι διά παν ενδεχόμενον. Από εκεί και πέρα, η ίδια η πρόεδρος της ΕΚΤ, στην αρχή της πανδημίας, προειδοποίησε ότι η Ευρώπη θα βιώσει τη μεγαλύτερη οικονομική ύφεση από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά. Βουλιάζουν και βυθίζονται οι οικονομίες σε όλον τον κόσμο και την Ευρώπη. Η Ευρώπη τρέχει με μια ύφεση του 12%. Είναι λογικό, λοιπόν, και η Ελλάδα, της οποίας το 1/4 του ΑΕΠ στηρίζεται στον τουρισμό, να πλήττεται πολύ σοβαρά. Από την πρώτη στιγμή ο πρωθυπουργός τόνισε την οικονομική διάσταση της κρίσης. Ήταν από τους Ευρωπαίους ηγέτες που έδωσαν μάχη, ώστε η Ε.Ε. να μπορέσει να έχει μια ενιαία πολιτική αλληλεγγύης πάνω στο οικονομικό πρόβλημα που θα αντιμετωπίσει. Με μια επιτυχή διαπραγμάτευση, κατάφερε να εξασφαλίσει 72 δισ. ευρώ σε βάθος εξαετίας. Ο πρωθυπουργός από τις Βρυξέλλες είπε ότι δεν θα αξιοποιήσουμε αυτά τα χρήματα με τη νοοτροπία του νεόπλουτου. Θα τα ρίξουμε σε υποδομές, για να δημιουργήσουμε τις βάσεις, ώστε να υπάρχουν καλύτερα αποτελέσματα για την ελληνική οικονομία, για να καταπολεμήσουμε την ανεργία και να αυξήσουμε το ΑΕΠ. Η κυβέρνηση αντιμετωπίζει το θέμα με προβληματισμό, αλλά παράλληλα παίρνονται γενναία μέτρα, που βοηθούν εργαζομένους και επιχειρήσεις, γιατί στόχος είναι να σταθεί η οικονομία στα πόδια της. Δεν είναι εύκολα τα πράγματα, αλλά, όταν έχεις σχέδιο, οργάνωση, μεθοδικότητα και τους κατάλληλους ανθρώπους στις κατάλληλες θέσεις, αισιοδοξείς ότι τα πράγματα θα πάνε καλύτερα.
Η Τουρκία αναφέρεται όλο και πιο τακτικά σε έναν διάλογο με την Ελλάδα. Φαίνεται ότι είναι σε εξέλιξη και μια διαδικασία για να ξαναπιάσουμε το νήμα των διερευνητικών επαφών. Διάλογο για τι πράγμα, όμως, και, το κυριότερο, υπό ποιους όρους;
Διάλογος δεν γίνεται, αλλά πρέπει να υπάρχουν ανοιχτοί δίαυλοι, ακόμα και με τους «κακούς» γείτονές μας. Υπάρχουν ανοιχτά ζητήματα με την Τουρκία, καθώς, παρά τη σθεναρή αντιμετώπιση που έχει επιδείξει η χώρα μας στις συνεχείς προκλήσεις της γείτονος, δεν σημαίνει ότι τελειώσαμε. Κερδίσαμε τη μάχη, όχι τον πόλεμο. Από εκεί και πέρα, συζήτηση γίνεται. Διάλογος δεν γίνεται. Οφείλουμε και πρέπει να έχουμε ανοιχτούς τους διαύλους για να συζητούμε με τους γείτονές μας. Διάλογος μπορεί να γίνει υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Και διάλογος δεν γίνεται υπό μορφή εκβιασμού. Όταν η Τουρκία σταματήσει να έχει αυτήν την επιθετική διάθεση και την πολιτική απέναντι στην Ελλάδα, τότε θα κάνουμε διάλογο επί συγκεκριμένης ατζέντας. Αλλά δεν συζητάμε κάτι άλλο εκτός από την Υφαλοκρηπίδα. Υπάρχει μια εθνική γραμμή και αυτή την εθνική γραμμή την υπηρετούμε πιστά.
Συνέντευξη τον Γιώργο Ευγενίδη
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο






