Είναι γνωστό ότι ο λεγόμενος «μήνας του μέλιτος» για μια κυβέρνηση κρατά το πολύ έναν χρόνο. Μετά αρχίζουν οι μουρμούρες, οι συσσωρεύσεις προσωπικών και κλαδικών δυσαρεσκειών, οι απρόσμενες ατυχίες που κάθε κυβερνητικό σχήμα συναντά στον δρόμο του. Όλα αυτά είναι αναπόφευκτα, εξ ου και η σταδιακή αντικατάσταση του μέλιτος αρχικά με ανοχή, μετά με κριτική και τελικά με εμφανείς δόσεις δυσφορίας.
Οι δυσαρέσκειες και η πτώση της δημοτικότητας, αποτυπώνονται στις δημοσκοπήσεις. Μετά τον πρώτο χρόνο, τα ποσοστά του κυβερνώντος κόμματος αρχίζουν κατά κανόνα να πέφτουν, τα ποσοστά της αντιπολίτευσης αρχίζουν να ανεβαίνουν. Αυτό συμβαίνει κυρίως στον δικομματισμό. Αν κοιτάξει κάποιος τις δημοσκοπήσεις του τελευταίου μήνα, ενάμιση χρόνο μετά τις εκλογές, ενδέχεται να διακρίνει σε αυτές την έναρξη της πάγιας διαδικασίας που περιγράφεται παραπάνω. Είναι όμως πράγματι έτσι; Σύμφωνα με το πολιτικό σκηνικό που αποτυπώνεται στις τελευταίες δημοσκοπήσεις, ιδιαίτερα των εταιρειών Opinion Poll, Metron Analysis, MRB και Pulse, η κυβέρνηση παρουσιάζει μία μικρή κάμψη, όμως η διαφορά από τον ΣΥΡΙΖΑ παραμένει υψηλή, στα επίπεδα των 16-17 μονάδων.
Με βάση τα νούμερα της πρόθεσης ψήφου, η ΝΔ βρίσκεται 1,8-4,5 κάτω από το ποσοστό που πήρε στις εκλογές. Ο ΣΥΡΙΖΑ όμως βρίσκεται 8,5-12,5 μονάδες κάτω. Τι καταλαβαίνουμε εδώ; Ότι η κυβέρνηση, διαχειριζόμενη μια πρωτοφανή και πολυπλόκαμη κρίση, έχει ελάχιστη έως και ανεπαίσθητη φθορά μετά από ενάμιση χρόνο, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ, κάνοντας την αντιπολίτευση που κάνει, έχει πάθει μια τεράστια ζημιά στο ίδιο το σώμα των ανθρώπων που τον ψήφισαν. Δεν χρειάζεται και πολύ για να κατανοήσει κανείς πως την όποια φθορά, που θα υποστεί η κυβέρνηση από αστοχίες ή λάθη της, η αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ δεν δείχνει ικανή να την καρπωθεί. Φαίνεται πως το «χτίσιμο» του ΣΥΡΙΖΑ στο θέμα της πανδημίας και η άσκηση πολιτικής με αντιπολιτευτικές κραυγές, και χωρίς υποβολή συγκεκριμένων, ρεαλιστικών προτάσεων, δεν δείχνει να έχουν θετικό αντίκτυπο στους ψηφοφόρους. Όχι κατά κανόνα γιατί η κυβέρνηση τα έχει κάνει όλα καλά και δεν υπέπεσε σε λάθη. Αλλά επειδή οι περισσότεροι, που ξέρουν καλά πως, όποια λάθη και αν έχουν γίνει, η προσπάθεια γίνεται, ίσως σκέφτονται το γνωστό «κοίτα ποιος μιλάει». Και «μιλάει» εκείνος που όταν πηγαινοέρχεται μέρα παρά μέρα σε νοσοκομεία ανά την Ελλάδα και κάνει καυστικές δηλώσεις από τα προαύλιά τους, «επιτελεί το καθήκον του ως αρχηγός της αντιπολίτευσης», ενώ όταν ο πρωθυπουργός πηγαίνει στο «Ιπποκράτειο» ή στο «Παπαγεωργίου» στη Θεσσαλονίκη ή κάνει βόλτα με το ποδήλατο, τότε (κατά τον ίδιο) «ο Μητσοτάκης κάνει φτηνό επικοινωνιακό σόου»!
Από την άλλη πλευρά μπορεί η κυβέρνηση να δίνει την εντύπωση ότι εφησυχάζει στη δημοσκοπική της κυριαρχία, ωστόσο εργάζεται και, παρά τα όποια λάθη, παράγει έργο. Βέβαια, η πολιτική κυριαρχία του Μητσοτάκη θα δοκιμαστεί κυρίως με το πέρας αυτής της φάσης. Τότε που η πολιτική συνθήκη της αντιπαράθεσης θα διαμορφωθεί σε άλλο πεδίο: αυτό της πρωτοφανούς οικονομικής ζημιάς, της τιτάνιας προσπάθειας ανόρθωσης που θα απαιτηθεί και των ιστορικά μεγάλων ευκαιριών που θα παρουσιαστούν, για να επιτευχθεί η ανάκαμψη. Η κυβέρνηση θα έχει κάθε ευκαιρία, αξιοποιώντας και την έκθεση της «Επιτροπής Πισσαρίδη», να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες και να διαμορφώσει συνθήκες για την ανάπτυξη της χώρας. Και η αντιπολίτευση καλά θα κάνει να αξιοποιήσει τις δικές της, να μελετήσει, να προτείνει. Να εγκαταλείψει τις κραυγές και να πάψει να «μετρά φέρετρα». Αν συνεχίσει την ίδια πολιτική και να ετοιμάζει π.χ. «αντι- επιτροπή Πισσαρίδη», η οποία θα εισηγείται «όλα τα… αντίθετα», δεν φαίνεται να «ξαναζωντανεύει»… Το δείχνουν και οι δημοσκοπήσεις.
του Φώτη Σιούμπουρα
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Παρασκήνιο





